«Ξέρετε», συνέχισε με περίσκεψη ο κύριος Τριβς, «τα ανθρώπινα όντα. Ανθρώπινα όντα όλων των λογιών και των κατηγοριών και των μεγεθών και των σχημάτων. Άνθρωποι. Κάποιοι με μυαλό και οι περισσότεροι χωρίς. Φερμένοι από παντού – από το Λάνκασιρ, από τη Σκοτία… εκείνος ο εστιάτορας από την Ιταλία κι εκείνη η δασκάλα από κάπου στα Μεσοδυτικά… Ο καθένας μπλεγμένος στην υπόθεση και παγιδευμένος στα δίχτυα της, και τελικά όλοι μαζί κλεισμένοι σε μια αίθουσα δικαστηρίου στο Λονδίνο μια γκρίζα μέρα του Νοεμβρίου. Με τον καθένα και την καθεμιά να παίζει τον δικό του ή τον δικό της μικρό ρόλο. Με το όλο πράγμα να κορυφώνεται σε μια δίκη για φόνο».
Έκανε μια παύση κι έπαιξε ανάλαφρα τα δάχτυλα πάνω στο γόνατό του.
«Οι καλές αστυνομικές ιστορίες μού αρέσουν», είπε. «Ξέρετε, όμως, οι περισσότερες αρχίζουν από το λάθος σημείο! Αρχίζουν με τον φόνο. Ο φόνος όμως είναι το τέλος. Η ιστορία αρχίζει πολύ πριν απ’ αυτόν –μερικές φορές, χρόνια πριν–, με όλα τα αίτια και τα συμβάντα που τελικά φέρνουν κάποιους συγκεκριμένους ανθρώπους μαζί σ’ ένα συγκεκριμένο μέρος, μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή μιας συγκεκριμένης μέρας. Πάρτε, για παράδειγμα, την κατάθεση εκείνης της μικρής, της υπηρέτριας – αν η βοηθός της μαγείρισσας δεν της είχε κλέψει τον αγαπητικό της, δε θα είχε γίνει πυρ και μανία και δε θα είχε πάει στους Λαμόρν, και δε θα είχε γίνει η βασική μάρτυρας υπεράσπισης. Ή εκείνος ο Τζουζέπε Αντονέλι, που ήρθε στην Αγγλία για να καθίσει στο πόδι του αδελφού του για έναν μήνα. Ο αδελφός τυφλός σαν τη νυχτερίδα. Δεν υπήρχε περίπτωση να έβλεπε αυτά που εντόπισε το γερακίσιο μάτι του Τζουζέπε. Κι αν ο αστυφύλακας δεν έκανε τα γλυκά μάτια στη μαγείρισσα του σπιτιού με τον αριθμό 48, δε θα είχε αργήσει για τη βάρδια του…»