Με όλο τον κόσμο γύρω μας αιχμάλωτο μιας ανίατης ασθένειας, ζούσαμε κι εμείς σε μια κατάσταση βουκολικής απομόνωσης και, όταν άρχισα να γράφω, αισθάνθηκα μια ολοένα και μεγαλύτερη σύνδεση με τη ζωή των λεπρών ασθενών της Σπιναλόγκας, πολλοί από τους οποίους είχαν ζήσει πολλά χρόνια χωρισμένοι από τις οικογένειές τους και χωρίς θεραπευτική αγωγή. Ήταν απόκοσμη η συνειδητοποίηση μιας σειράς από μικρές ομοιότητες ανάμεσα σε εκείνους τους ανθρώπους που ζούσαν στο άσυλο λεπρών και στη σημερινή εποχή που βιώναμε εμείς. Δεν ήμασταν μεν ασθενείς (αν και πολλές φορές μάς καταλάμβανε αγωνία αν πιστεύαμε πως ίσως εμφανίζαμε συμπτώματα), όμως νιώσαμε στο πετσί μας την απομόνωση και τις ελλείψεις σε είδη διατροφής (για πολλές εβδομάδες τα ράφια των σούπερ μάρκετ στο Ηνωμένο Βασίλειο είχαν αδειάσει από όλα τα βασικά είδη) και βιώσαμε τον φόβο απέναντι σε μια ασθένεια για την οποία δεν υπάρχει θεραπεία. Χιλιάδες άνθρωποι πέθαιναν καθημερινά σε όλο τον κόσμο και οι αριθμοί σημείωναν εκθετική αύξηση.
Ταυτόχρονα, εγώ προσωπικά βίωνα και τι σημαίνει να ζεις με μια βαθιά θλίψη. Στις αρχές της περιόδου αυτοαπομόνωσης πέθανε η μητέρα μου. Εξαιτίας των μέτρων δεν είχαμε καταφέρει να την επισκεφτούμε στο σπίτι της για να την αποχαιρετήσουμε και δεν μπορέσαμε να της κάνουμε κανονική κηδεία. Αναλογίστηκα τον Γιώργη από το Νησί, έναν άντρα που αγαπούσε απεριόριστα τη γυναίκα του αλλά δεν ήταν πλάι της, όταν πέθαινε, για να την παρηγορήσει και δεν μπορούσε να επισκεφτεί τον τάφο της. Κάτι τέτοιο απαγορευόταν στους συγγενείς των ασθενών της Σπιναλόγκα – και τώρα απαγορευόταν και σε εμάς. Ασφαλώς πενθήσαμε για την απώλεια, αλλά δεν μπορέσαμε να τηρήσουμε τα καθιερωμένα διαβατήρια τελετουργικά. Ήταν η σωστή στιγμή για να ταξιδέψω ξανά με τη φαντασία μου στα τελευταία χρόνια της Σπιναλόγκας.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!