Ο Γιαννούλης περπατάει προς την εξώπορτα όσο πιο αθόρυβα μπορεί, μην τυχόν τον πάρει είδηση η μάνα και τον χασομερήσει. Εκείνη, στην κάμαρα με το τζάκι, τακτοποιεί σ’ ένα μπαούλο κάποια πράγματα· ανάμεσά τους ξεχωρίζει εκείνο το κουτί… με το πεπρωμένο του. «Τα βλέπεις αυτά τα γάντια, αγόρι μου; Αυτά τα γάντια είναι το πεπρωμένο σου». «Τι είναι το… πετρωμένο;» είχε ρωτήσει όλο απορία εκείνος –μικρούλης ήταν– την πρώτη φορά που του τα είχε δείξει. Τον είχε μάλιστα βάλει να τα φορέσει, παρόλο που τα μικρούτσικα χεράκια του έπλεαν μέσα σ’ εκείνα τα δερμάτινα γάντια. Κι ο Γιαννούλης τα κοίταζε γελώντας σαστισμένος: σαν να μην ήταν δικά του τα χέρια εκείνα, μα κάποιου σκιάχτρου. Και κάθε φορά, όλα αυτά τα χρόνια από τότε, η μάνα τα ίδια του έλεγε…
«Τα γάντια αυτά, αγόρι μου, σ’ τα ’φερε δώρο ο πατέρας σου τη μέρα που γεννήθηκες. Άγγιξέ τα. Βλέπεις τι όμορφα, τι απαλά που είναι; Έτσι θα πρέπει να είναι και τα δικά σου χέρια: καθαρά και απαλά. Όταν θα μεγαλώσεις, όταν τα χέρια σου μεγαλώσουν αρκετά και χωράνε μέσα σ’ αυτά τα γάντια, θα τα φορέσεις και θα φύγεις από το χωριό κι απ’ το νησί και θα πας απέναντι». «Γιατί;» «Επειδή στο δικό μας χωριό δε θα μπορείς να βρεις τη μοίρα σου». «Γιατί όχι;» «Επειδή το δικό μας χωριό δεν έχει τίποτα για σένα. Τίποτα εκτός από χώμα και πέτρες». «Κι εκεί απέναντι… τι θα κάνω;» «Μια όμορφη και καθαρή δουλειά. Που θα μπορείς να φοράς περήφανος τα γάντια σου σε χέρια καθαρά». «Τι δουλειά;»
«Οποιαδήποτε άλλη εκτός από αυτή που κάνει ο πατέρας σου, ο θείος, οι παππούδες κι οι περισσότεροι σ’ αυτό το χωριό». «Γιατί;» «Επειδή εσένα ο πατέρας σου δε σε θέλει μαρμαροτεχνίτη, μα έμπορο». «Δε μ’ αρέσει». «Όταν θα ’ρθει η ώρα εκείνη, θα σ’ αρέσει. Κι όπως και να ’χει… σ’ αρέσει δε σ’ αρέσει, αυτό θα γίνει» του έλεγε εκείνη πεισματικά, δίνοντας κάθε φορά τέλος στη συζήτηση. Μετά τοποθετούσε τα γάντια και πάλι πίσω στο κουτί τους, φυλάγοντάς τα στο μπαούλο· μέχρι να έρθει εκείνη η ώρα, ο Γιαννούλης να συναντηθεί με το… πετρωμένο του. Μα κάθε φορά εκείνος κοίταζε τα γάντια αμήχανος και σαστισμένος. Δεν ήταν καθόλου σίγουρος πως θα ταιριάξουνε ποτέ στα χέρια τα δικά του.