Καθόμουν σφιγμένη, εκεί όπου μου είχε υποδείξει με μια κίνησή της, στην άκρη της δερμάτινης, βαριάς και παγωμένης, παρά την εποχή, πολυθρόνας με τις ξεφτισμένες ραφές, έχοντας το βλέμμα καρφωμένο στο ρολόι-κούκο που κρεμόταν στον τοίχο πίσω της. Κάτι φάνταζε παράξενο πάνω του, ακόμα και στα δικά μου απαίδευτα μάτια, δεν ήμουν όμως σε θέση να εντοπίσω τι. Εκείνη ήταν μισοξαπλωμένη διαγώνια απέναντί μου σ’ ένα ανάκλιντρο, ασορτί με την πολυθρόνα, σε μια στάση που στο μυαλό μου έφερνε σε αναγεννησιακό πίνακα, ενώ τα πόδια της κάλυπτε ένα πλεκτό κουβερτάκι που κάποτε πρέπει να είχε γνωρίσει καλύτερες μέρες. Δε φαινόταν να με κοιτάζει, ούτε βλέμμα δε μου είχε ρίξει στην πραγματικότητα, παρ’ όλα αυτά η αντίδρασή της μου έδειξε πως παρατηρούσε τα πάντα.
«Έχει να χτυπήσει εδώ και χρόνια…» είπε με την εύθραυστη, βαθιά αλλά και τόσο απαλή φωνή της που ασυναίσθητα μου θύμισε, για κάποιο περίεργο λόγο, τις βελούδινες πατούσες γάτας. «Σαν επιθανάτιος ρόγχος ήταν το τελευταίο του χτύπημα. Βγήκε από την κρυψώνα του, ως συνήθως, έβγαλε τους δύο πρώτους, ιδιαίτερα ενοχλητικούς, όπως πάντα, ήχους από τους πέντε που όφειλε εκείνη την ώρα και στον τρίτο φάνηκε να διστάζει για λίγο, να χάνει τον ειρμό του, θαρρείς. Στον πέμπτο τόνο ήταν ήδη “νεκρός”, ένα σύρσιμο ακούστηκε μονάχα και ο κούκος μας σώπασε για πάντα, εκεί, έξω από τη φωλιά του, εκτεθειμένος στα αδιάκριτα βλέμματα όλων…»
Ντράπηκα και κατέβασα αμέσως τα μάτια. Δεν ήθελα να φανώ αδιάκριτη, σίγουρα όχι απέναντι σε ένα κουρδιστό πουλί που είχε τελέσει επί χρόνια, με συνέπεια δευτερολέπτου και αξιοζήλευτη αφοσίωση, το προκαθορισμένο έργο του. «Δε μου έκανε καρδιά να τον πετάξω έπειτα από αυτό, κι ας μην τον είχα συμπαθήσει ποτέ μου όσο “ζούσε”», συνέχισε αγνοώντας το κοκκίνισμα στα μάγουλά μου, το οποίο εμφανιζόταν απρόσκλητο κάθε φορά που κάτι με τάραζε και το σιχαινόμουν όσο λίγα πράγματα πάνω μου.