Μολονότι κανένα σημάδι δεν έδειχνε ακόμη επισήμως το τέλος της εποχής των βροχών, ένας ήλιος μεσοκαλόκαιρου στον καταγάλανο ουρανό έλουζε άπλετα τη γη. Έπειτα από πολύ καιρό, οι ιτιές με το καινούργιο και πλούσιο φύλλωμά τους έριχναν στο δρόμο έναν πυκνό ίσκιο που αργοσάλευε.
Ο Ταμάρου υποδέχτηκε την Αομάμε στην είσοδο. Φορούσε σκούρο καλοκαιρινό κοστούμι, άσπρο πουκάμισο και μονόχρωμη γραβάτα. Στο πρόσωπό του δε φαινόταν ούτε ένας κόμπος ιδρώτα. Η Αομάμε παραξενευόταν πάντα που ένας τόσο μεγαλόσωμος άντρας δεν ίδρωνε όση ζέστη κι αν έκανε.
Μόλις την είδε, ένευσε ελαφρά, τη χαιρέτησε ψελλίζοντας κάτι ακατάληπτο και δεν ξανάνοιξε το στόμα του. Δεν έπιασαν το ψιλό κουβεντολόι που συνήθιζαν. Οδήγησε την Αομάμε στην Κυρία, που την περίμενε, προχωρώντας πρώτος στον μακρύ διάδρομο, χωρίς να κοιτάζει πίσω του. Η Αομάμε μάντεψε πως ο Ταμάρου δεν είχε όρεξη για κουβέντες με κανέναν, ίσως γιατί είχε χάσει το σκυλί. Στο τηλέφωνο της είχε πει: «Χρειαζόμαστε ένα καινούργιο σκυλί να μας φυλάει», λες και μιλούσε αδιάφορα για τον καιρό, αλλά ακόμη κι εκείνη καταλάβαινε πως έκρυβε τα πραγματικά του συναισθήματα.
Λάτρευε το θηλυκό λυκόσκυλο με το οποίο χρόνια τώρα είχαν αναπτύξει μια ζεστή και αμοιβαία επικοινωνία. Είχε εκλάβει τον ανεξήγητα ξαφνικό θάνατο της σκύλας ως προσωπική προσβολή και πρόκληση. Καθώς η Αομάμε κοιτούσε τη φαρδιά σαν σχολικό μαυροπίνακα και σιωπηλή πλάτη του Ταμάρου, μπορούσε εύκολα να φανταστεί το θυμό που σιγόβραζε μέσα του.