Μόλις βρέθηκα κοντά του, είδα ότι τα μάγουλά του ήταν μούσκεμα από τα δάκρυα.
«Προσπάθησα» είπε μες στ’ αναφιλητά του. «Πετούσαν από πάνω μας, ήταν πάρα πολλά, και τα σημάδεψα, αλλά δεν μπόρεσα. Και ήθελα να ακούσετε ότι τουλάχιστον έκανα ό,τι μπορούσα, και γι’ αυτό χαμήλωσα το τουφέκι κι έριξα. Όταν έφυγαν τα πουλιά και κοίταξα κάτω, είδα πεσμένο εκεί τον Ντογκ».
«Ψόφιο;» τον ρώτησα.
«Όχι» είπε ο Καρλ και τώρα άρχισε να κλαίει για τα καλά. «Αλλά… όπου να ’ναι θα πεθάνει. Τρέχει αίμα από το στόμα και τα δυο του μάτια έχουν γίνει χάλια. Είναι πεσμένος στο χώμα, κλαψουρίζει και τρέμει».
«Τρέχα» είπα.
Τρέξαμε και ύστερα από λίγα λεπτά είδα κάτι να σαλεύει στα ρείκια. Μια ουρά. Η ουρά του Ντογκ. Το σκυλί μάς μύρισε που ήρθαμε. Σταθήκαμε από πάνω του. Τα σκυλίσια μάτια του ήταν σαν χυμένοι κρόκοι αυγού.
«Πάει» είπα. Όχι γιατί είμαι κανένας άσος στην κτηνιατρική, όπως φαίνεται να είναι όλοι οι καουμπόηδες στα γουέστερν, αλλά γιατί, ακόμα κι αν τα κατάφερνε ο Ντογκ, δεν θα του άξιζε να ζει σαν τυφλό κυνηγόσκυλο. «Πρέπει να τον σκοτώσεις».
«Εγώ;» φώναξε, σαν να μην πίστευε καν ότι είχα προτείνει σ’ αυτόν, τον Καρλ, να σκοτώσει κάτι.
Τον κοίταξα. Τον μικρό μου αδερφό. «Δώσ’ μου το μαχαίρι» είπα.
Άπλωσε το χέρι και μου έδωσε το κυνηγετικό μαχαίρι του μπαμπά.
Ακούμπησα το ένα μου χέρι στο κεφάλι του Ντογκ και εκείνος άρχισε να μου γλείφει τον καρπό. Τότε τον άρπαξα απ’ τον σβέρκο και με το άλλο χέρι προσπάθησα να του κόψω τον λαιμό. Όμως παραήμουν προσεκτικός, δεν έγινε τίποτα, ο Ντογκ απλώς τιναζόταν λιγάκι. Μόνο με την τρίτη τα κατάφερα. Όπως όταν ανοίγεις τρύπα στο χαρτόκουτο του χυμού πιο κάτω απ’ όσο πρέπει, το αίμα θαρρείς ξεχύθηκε, σαν να περίμενε πώς και πώς να λευτερωθεί.
«Αυτό ήταν» είπα και άφησα το μαχαίρι να μου πέσει στα ρείκια. Είδα το αίμα στις ραβδώσεις και αναρωτήθηκα αν είχε πεταχτεί καθόλου στο πρόσωπό μου, γιατί ένιωσα κάτι ζεστό να τρέχει στα μάγουλά μου.