Γλίστρησε έξω και χώθηκε στον κισσό που κάλυπτε τον τοίχο του κολεγίου. Μια στιγμή μόνο έφτασε ως τ' αυτιά της Λύρας το αχνό θρόισμα των φύλλων. Στον Παν δεν άρεσε ο τρόπος που μιλούσαν ο ένας στον άλλο, ή μάλλον που δε μιλούσαν καθόλου· στην πραγματικότητα, αυτά ήταν τα πρώτα λόγια που είχαν ανταλλάξει μέσα στη μέρα. Αλλά δεν ήξερε τι να κάνει γι' αυτό, και το ίδιο ίσχυε και για εκείνη.
Στα μισά του τοίχου έπιασε ένα ποντίκι με τα μυτερά σαν βελόνες δόντια του, προβληματίστηκε προς στιγμήν αν θα το έτρωγε ή όχι, αλλά, προς έκπληξη του ποντικού, τον άφησε να φύγει. Κουλουριάστηκε στο χοντρό κλαδί του κισσού, απολαμβάνοντας όλες τις μυρωδιές, τις ριπές του αέρα, την απεραντοσύνη της νύχτας γύρω του.