Αγγλία! Επιστροφή στην Αγγλία, έπειτα από τόσα χρόνια! Πώς θα του φαινόταν άραγε; Αυτό αναρωτιόταν ο Λουκ Φιτζγουίλιαμ καθώς αποβιβαζόταν από το πλοίο. Η σκέψη κλωθογύριζε στο βάθος του μυαλού του όση ώρα περίμενε στο τελωνείο και ήρθε ξάφνου στο προσκήνιο όταν κάθισε πια στο τρένο που απομακρυνόταν από το λιμάνι. Κάθε φορά που επέστρεφε στην Αγγλία για διακοπές περνούσε υπέροχα. Είχε μπόλικο παραδάκι για ξόδεμα (στην αρχή, τουλάχιστον!), ξαναβρισκόταν με παλιούς φίλους, συναντούσε συναδέλφους που βρίσκονταν κι εκείνοι σε άδεια – κι όλη αυτή η ανεμελιά βασιζόταν στην εξής σκέψη: Δε θα διαρκέσει για πολύ. Οπότε ας το ρίξω έξω! Σύντομα θα γυρίσω πίσω. Όμως, τώρα δεν υπήρχε πλέον θέμα γυρισμού. Τέρμα οι αποπνικτικές νύχτες, ο εκτυφλωτικός ήλιος και η τροπική ομορφιά της άγριας βλάστησης, τέρμα τα μοναχικά απόβραδα και το ξαναδιάβασμα παλιών φύλλων των Times.
Είχε επιστρέψει στην πατρίδα, λοιπόν, αστυνομικός εν αποστρατεία και σχετικά εύπορος – ένας αργόσχολος τζέντλεμαν. Τι θα έκανε από δω και πέρα στη ζωή του; Αγγλία! Η Αγγλία, μια γκρίζα, συννεφιασμένη μέρα του Ιουνίου, με δυνατό, τσουχτερό άνεμο. Λίγο δύσκολο να νιώσεις καλοδεχούμενος μια μέρα σαν κι αυτή! Κι ύστερα, ήταν και οι άνθρωποι! Θεέ μου, πόσοι άνθρωποι! Μιλιούνια ολόκληρα, με πρόσωπα γκρίζα σαν τον ουρανό, αγχωμένα, ανήσυχα. Κι ήταν κι αυτά τα σπίτια, που φύτρωναν παντού σαν μανιτάρια. Άσχημα μικρά σπιτάκια! Σιχαμένα μικρά σπιτάκια! Όλη η ύπαιθρος ήταν γεμάτη φανταχτερά κοτέτσια!