Η μηχανή του εσπρέσο πίσω μου σφύριζε σαν θυμωμένο φίδι. Ο ήχος που έβγαζε είχε κάτι μοχθηρό, για να μην πω διαβολικό. Ίσως, αναλογίστηκα, οι περισσότεροι από τους σύγχρονους ήχους μας να έχουν αυτό το κάτι. Το εκφοβιστικό, οργισμένο ουρλιαχτό των αεριωθούμενων καθώς σκίζουν σαν αστραπή τον ουρανό· ο αργός, απειλητικός βρυχηθμός ενός υπόγειου σιδηροδρόμου που πλησιάζει μέσα στο τούνελ· τα βαριά οχήματα των οδικών μεταφορών που κάνουν ακόμα και τα θεμέλια του σπιτιού σου να σείονται… Ακόμα και οι μικρότεροι θόρυβοι που βγαίνουν από τις οικιακές συσκευές της εποχής μας, όσο ωφέλιμη κι αν είναι η λειτουργία τους, μεταδίδουν παρ’ όλα αυτά μια αίσθηση συναγερμού. Τα πλυντήρια πιάτων, τα ψυγεία, οι χύτρες ταχύτητας, οι ηλεκτρικές σκούπες με το μόνιμο βουητό τους – «Πρόσεχε», φαίνεται να λένε όλα. «Είμαι ένα τζίνι καταδικασμένο να σε υπηρετώ, αν όμως αποτύχεις να με ελέγξεις…»
Ένας επικίνδυνος κόσμος – αυτό ήταν, ένας επικίνδυνος κόσμος. Ανακάτεψα το αφρισμένο περιεχόμενο του φλιτζανιού που μόλις είχαν ακουμπήσει μπροστά μου. Μύριζε ευχάριστα. «Τι άλλο θα πάρετε; Ένα ωραίο σάντουιτς με μπανάνα και μπέικον, ίσως;» Ο συνδυασμός μού φάνηκε αλλόκοτος και αντιφατικός. Τις μπανάνες τις συνέδεα με την παιδική μου ηλικία – ή, περιστασιακά, φλαμπέ με ζάχαρη και ρούμι. Στο μυαλό μου, το μπέικον ήταν συνυφασμένο με τα αυγά. Ωστόσο, όταν είσαι στο Τσέλσι, τρώγε όπως στο Τσέλσι. Συγκατατέθηκα στο ωραίο σάντουιτς με μπανάνα και μπέικον.
Αν και έμενα στο Τσέλσι –υπό την έννοια ότι τους τελευταίους τρεις μήνες κατοικούσα σε ένα επιπλωμένο διαμέρισμα στην περιοχή–, από κάθε άλλη άποψη ήμουν ξένος σε αυτά τα μέρη. Έγραφα ένα βιβλίο με θέμα συγκεκριμένα στοιχεία της μογγολικής αρχιτεκτονικής, γι’ αυτόν τον σκοπό, όμως, θα μπορούσα κάλλιστα να μένω στο Χάμπστεντ ή στο Μπλούμσμπερι ή στο Στρέτχαμ ή στο Τσέλσι, και θα μου έκανε το ίδιο. Δεν πρόσεχα τίποτε άλλο γύρω μου εκτός απ’ ό,τι είχε να κάνει με τη δουλειά μου, και η γειτονιά μου μου ήταν απολύτως αδιάφορη, αφού ζούσα στον δικό μου κόσμο.