Η Γκουέντα Ριντ έστεκε στην προκυμαία ριγώντας ελαφρά. Οι αποβάθρες, τα υπόστεγα των τελωνείων και οτιδήποτε αγγλικό έβλεπε λικνίζονταν απαλά. Κι εκείνη τη στιγμή πήρε την απόφασή της, μια απόφαση που επρόκειτο να οδηγήσει σε τόσο μνημειώδη γεγονότα. Δε θα έπαιρνε από το λιμάνι το τρένο για Λονδίνο, όπως είχε σχεδιάσει. Γιατί να το κάνει άλλωστε; Κανείς δεν την περίμενε, κανείς δεν ανυπομονούσε να τη δει. Μόλις είχε κατέβει από ένα πλοίο που αγκομαχούσε κι έτριζε (είχαν βρει κακοκαιρία τις τρεις μέρες που διέσχιζαν τον Βισκαϊκό κι ανέβαιναν προς το Πλίμουθ) και το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να μπει σε ένα τρένο που θα αγκομαχούσε και θα κλυδωνιζόταν. Θα πήγαινε σε ένα ξενοδοχείο, ένα ωραίο, σταθερό, στιβαρό ξενοδοχείο που πατούσε καλά στο έδαφος. Θα χωνόταν σε ένα ωραίο, γερό κρεβάτι που δε θα έτριζε και δε θα λικνιζόταν. Θα έπεφτε για ύπνο και το επόμενο πρωί... μα φυσικά, έξοχη ιδέα! Θα μίσθωνε ένα αυτοκίνητο και θα έκανε βόλτα, αργά, χωρίς βιασύνες, σε όλη τη νότια Αγγλία αναζητώντας σπίτι, ένα ωραίο σπίτι, εκείνο που ο Ζιλ και η ίδια είχαν σχεδιάσει να βρουν. Ναι, ήταν έξοχη ιδέα.
Έτσι θα έβλεπε λίγα μέρη της Αγγλίας, μιας Αγγλίας για την οποία της είχε μιλήσει ο Ζιλ και την οποία εκείνη δεν είχε δει ποτέ· αν και, όπως οι περισσότεροι Νεοζηλανδοί, τη θεωρούσε σπίτι της. Προς το παρόν, η Αγγλία δεν έδειχνε ιδιαίτερα ελκυστική. Ήταν μια γκρίζα μέρα, όπου να ’ναι θα έπιανε βροχή και φυσούσε ένας έντονος, ενοχλητικός άνεμος. Το Πλίμουθ, σκέφτηκε η Γκουέντα όσο προχωρούσε υπάκουα στην ουρά για τον έλεγχο διαβατηρίων και το Τελωνείο, μάλλον δεν ήταν το καλύτερο κομμάτι της Αγγλίας. Το επόμενο πρωί, ωστόσο, ένιωθε τελείως διαφορετικά. Ο ήλιος έλαμπε. Η θέα από το παράθυρό της ήταν συμπαθητική. Και το σύμπαν γενικότερα δεν κυμάτιζε και δεν ταλαντευόταν. Είχε σταθεροποιηθεί. Αυτή, επιτέλους, ήταν η Αγγλία, κι εκείνη ήταν η Γκουέντα Ριντ, μια παντρεμένη νεαρή είκοσι ενός ετών που ταξίδευε.