«Πολύ ασυνήθιστη εμπειρία», είπε ενθαρρυντικά. «Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα».
«Θα μπορούσα να σας πω πολλά ακόμα. Κάποια, φυσικά, δεν αρμόζουν σε γυναικεία αυτιά–»
Με την ευκολία της μακρόχρονης εξάσκησης, η μις Μαρπλ χαμήλωσε πεταρίζοντας τα βλέφαρα, και ο ταγματάρχης Πάλγκρεϊβ συνέχισε την εξωρραϊσμένη εκδοχή των ηθών ορισμένων φυλών, ενώ η μις Μαρπλ επέστρεφε στη σκέψη του τρυφερού ανιψιού της.
Ο Ρέιμοντ Γουέστ ήταν ένας πολύ επιτυχημένος συγγραφέας με μεγάλο εισόδημα, και έκανε ευσυνείδητα και καλοσυνάτα ό,τι μπορούσε για να ανακουφίσει τη ζωή της ηλικιωμένης θείας του, η οποία είχε περάσει μια άσχημη πνευμονία τον προηγούμενο χειμώνα και ο γιατρός είχε συμβουλέψει λιακάδα. Εντελώς αριστοκρατικά, ο Ρέιμοντ είχε προτείνει ένα ταξίδι στις Δυτικές Ινδίες. Η μις Μαρπλ είχε αντιρρήσεις για το κόστος, την απόσταση, τις δυσκολίες του ταξιδιού και την απομάκρυνση από το σπίτι της στο Σεντ Μέρι Μιντ. Ο Ρέιμοντ τα είχε κανονίσει όλα. Ένας φίλος που έγραφε βιβλίο αναζητούσε ένα ήσυχο μέρος στην εξοχή. «Θα φροντίσει μια χαρά το σπίτι. Καμαρώνει για τη νοικοκυροσύνη του. Είναι αδελφή. Θέλω να πω–»
Είχε σταματήσει, κάπως αμήχανος – αλλά δεν μπορεί, ακόμα και η αγαπητή θεία Τζέιν πρέπει να ήξερε τι είναι μια αδελφή. Στη συνέχεια αντιμετώπισε τα επόμενα θέματα. Τα ταξίδια δεν ήταν τίποτα σήμερα. Η θεία θα πήγαινε από αέρος – μια άλλη φίλη του, η Νταϊάνα Χόροκς, θα πήγαινε στο Τρινιντάντ και θα φρόντιζε να φτάσει καλά η θεία Τζέιν ως εκεί, ενώ στο Σεντ Ονορέ θα έμενε στο ξενοδοχείο Γκόλντεν Παλμ, το οποίο διεύθυνε το ζεύγος Σάντερσον. Δεν υπήρχαν πιο ευγενικοί άνθρωποι. Θα τη φρόντιζαν εκείνοι. Θα τους έγραφε αμέσως.
Τελικά, οι Σάντερσον είχαν επιστρέψει στην Αγγλία. Οι διάδοχοί τους, όμως, οι Κένταλ, ήταν άνθρωποι πολύ ευγενικοί και φιλικοί και διαβεβαίωσαν τον Ρέιμοντ ότι δε χρειαζόταν να έχει τον παραμικρό ενδοιασμό για τη θεία του. Το νησί είχε έναν πολύ καλό γιατρό σε περίπτωση ανάγκης και οι ίδιοι θα είχαν την ηλικιωμένη κατά νου και θα φρόντιζαν να είναι άνετα.