Ανέκαθεν ήξερα πως κάποια μέρα θα επέστρεφα σ’ αυτούς τους δρόμους για να διηγηθώ την ιστορία του ανθρώπου που έχασε την ψυχή και το όνομά του στις σκιές εκείνης της Βαρκελώνης της βυθισμένης στον ταραγμένο ύπνο μιας εποχής όπου κυριαρχούσαν η στάχτη και η σιωπή. Είναι σελίδες πύρινες, γραμμένες κάτω από την προστασία της πόλης των καταραμένων, λέξεις αποτυπωμένες στη μνήμη εκείνου που γύρισε από τους νεκρούς με μια υπόσχεση καρφωμένη στην καρδιά και το τίμημα μιας κατάρας. Η αυλαία σηκώνεται, το κοινό σιωπά και, προτού η σκιά που κατοικεί στο πεπρωμένο του κατέβει από τους μηχανισμούς που κινούν τα σκηνικά του θεάτρου, μια ομάδα καλών πνευμάτων μπαίνει στη σκηνή με μια κωμωδία στα χείλη και εκείνη την ευλογημένη αθωότητα του ανθρώπου ο οποίος, πιστεύοντας πως η τρίτη πράξη είναι και η τελευταία, έρχεται να μας διηγηθεί μια χριστουγεννιάτικη ιστορία χωρίς να ξέρει πως, γυρίζοντας την τελευταία σελίδα, το μελάνι της ανάσας του θα τον παρασύρει αργά και αμείλικτα στην καρδιά του σκότους.
Βαρκελώνη, Δεκέμβριος 1957. Εκείνη τη χρονιά, στη διάρκεια των Χριστουγέννων, κάθε μέρα ξημέρωνε με παγετό και μολυβένια ατμόσφαιρα. Ένα γαλαζωπό μισοσκόταδο έβαφε την πόλη και οι διαβάτες προσπερνούσαν με τους γιακάδες σηκωμένους μέχρι τα αυτιά, σχεδιάζοντας με την αχνιστή αναπνοή τους σχήματα μέσα στο κρύο. Λίγοι ήταν αυτοί που τις ημέρες εκείνες κοντοστέκονταν για να χαζέψουν τη βιτρίνα του Σεμπέρε και Υιοί και ακόμα λιγότεροι αυτοί που τολμούσαν να μπουν και να ρωτήσουν για κείνο το χαμένο βιβλίο που τους περίμενε όλη τους τη ζωή και του οποίου η πώληση, αν αφήσουμε κατά μέρος τον ποιητικό οίστρο, θα μπορούσε να συνεισφέρει στη βελτίωση της αμφίβολης οικονομικής κατάστασης του βιβλιοπωλείου.
«Εγώ νομίζω πως σήμερα θα γίνει. Σήμερα θα αλλάξει η τύχη μας», ανήγγειλα με το αίσθημα ευφορίας που χαρίζει ο πρώτος καφές της ημέρας, σκέτη αισιοδοξία σε υγρή μορφή. Ο πατέρας μου, που από τις οχτώ το πρωί πάλευε με τα λογιστικά βιβλία κάνοντας ταχυδακτυλουργίες με μολύβι και γόμα, σήκωσε το βλέμμα από τον πάγκο και παρατήρησε τους πελάτες που περνούσαν βιαστικά και χάνονταν κατηφορίζοντας το δρόμο.