«Δούκα! Μη!»
Δεν ήταν έκκληση, δεν ήταν παράκληση, ούτε διαταγή. Κραυγή αγωνίας ήταν. Έκανε κομμάτια την απόλυτη σιωπή που επικρατούσε. Μύριζε θάνατο ο χώρος της παλιάς αποθήκης. Τριγύρω παλιά αχρηστευμένα μηχανήματα, μισογκρεμισμένοι τοίχοι, πεταμένα κιβώτια να χάσκουν άδεια σαν στόματα που παρακολουθούσαν άφωνα τη σκηνή· φαντάσματα του παρελθόντος. Κάποτε αυτή η αποθήκη έσφυζε από ζωή, ήταν γεμάτη φως και ανθρώπους που δούλευαν. Τώρα το σκοτάδι διέλυε ένας φακός, ακουμπισμένος σ’ ένα ξύλινο μισοσπασμένο κιβώτιο.
«Δούκα, σε παρακαλώ! Κατέβασε το όπλο!»
«Παπά, σήκω και φύγε! Δεν έχεις δουλειά εδώ!»
Ο άντρας με τα ράσα τόλμησε να τον πλησιάσει λίγο ακόμη. Με προσοχή. Χωρίς να κάνει οποιαδήποτε απότομη κίνηση που θα τέντωνε ακόμη περισσότερο τα ήδη τεταμένα νεύρα του άντρα που κρατούσε το όπλο. Δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Το μυαλό του αρνιόταν να δεχτεί όσα αντίκριζαν τα μάτια του. Λίγα μέτρα μακριά τους, με το όπλο στο χέρι κι αυτός, στεκόταν ο Αρσένης. Εκείνος δε σημάδευε όμως. Το χέρι του με το φονικό εργαλείο κρεμόταν σχεδόν άψυχο, ενώ το άλλο ήταν σηκωμένο ελαφρώς, και η στάση του σώματος μαρτυρούσε παράδοση.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!