ΑΡΓΟΤΕΡΑ, ΟΤΑΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΤΕΡΡΕΕ ολόγυρά του και οι θανάσιμοι κότσυ-φες κούρνιαζαν στο μονόζυγο της σχολικής παιδικής χαράς, εκνευρίστηκε με τον εαυτό του καθώς είχε ξεχάσει το όνομα εκείνης της δημοσιογράφου του BBC που του είχε πει ότι η παλιά του ζωή είχε πια τελειώσει και ότι μια νέα, σκοτεινότερη ύπαρξη ετοιμαζόταν να γεννηθεί. Του είχε τηλεφωνήσει στο σπίτι του, στην προ-σωπική του γραμμή, χωρίς να του εξηγήσει πώς είχε βρει τον αριθμό. «Πώς αισθά-νεστε», τον ρώτησε, «μαθαίνοντας ότι μόλις καταδικαστήκατε σε θάνατο από τον Αγιατολάχ Χομεϊνί;» Ήταν μια ηλιόλουστη Τρίτη στο Λονδίνο, μα η ερώτηση εκεί-νη έσβησε το φως. Αυτή είναι η απάντηση που έδωσε, χωρίς να συνειδητο ποιεί από-λυτα τι έλεγε: «Όχι και τόσο ευχάριστα». Στην πραγματικότητα, να τι σκεφτόταν: Είμαι νεκρός. Αναρωτήθηκε πόσες μέρες τού απέμεναν να ζήσει και σκέφτηκε πως η απάντηση πιθανότατα ήταν κάποιος μονοψήφιος αριθμός. Έκλεισε το τηλέφω-νο και κατέβηκε τρέχοντας τη σκάλα, αφήνοντας πίσω του το δωμάτιο όπου εργα-ζόταν, στο ψηλότερο σημείο του στενού σπιτιού όπου ζούσε, στο Ίσλινγκτον. Τα παράθυρα του καθιστικού διέθεταν ξύλινα παντζούρια και, τελείως παράλογα, τα έκλεισε και τα αμπάρωσε. Ύστερα, κλείδωσε και την εξώπορτα.
Ήταν η ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, όμως δεν τα πήγαινε καλά με τη σύζυγό του, την Αμερικανίδα μυθιστοριογράφο Μάριαν Γουίγκινς. Έξι ημέρες νωρίτερα του είχε πει ότι δεν ήταν ευχαριστημένη με το γάμο τους και ότι «πλέον δεν αισθα-νόταν καλά κοντά του», παρότι είχαν συμπληρώσει μόλις ένα χρόνο γάμου, ενώ και ο ίδιος είχε ήδη συνειδητοποιήσει πως η απόφαση ήταν λανθασμένη. Τώρα τον κοίτα-ζε σαστισμένη –καθώς εκείνος περιφερόταν νευρικά στο σπίτι, τραβώντας τις κουρ-τίνες κι ελέγχοντας αν τα παράθυρα ήταν κλειδωμένα, καθώς το σώμα του έμοια-ζε να έχει χαλυβδωθεί από την είδηση, λες και το διέτρεχε ηλεκτρικό ρεύμα– και χρειά-στηκε να της ομολογήσει τι συνέβαινε. Εκείνη αντέδρασε καλά κι άρχισε να συζητά τι έπρεπε να κάνουν. Μίλησε στον πληθυντικό. Ήταν μια θαρραλέα κίνηση.