Μυρουδιά κοπριάς, καπνού και απορριμμάτων πλανιόταν στην ατμόσφαιρα. Ένα σμήνος πουλιών πετούσε κατά τον Κεράτιο Κόλπο, έκρυβε αχνό πούσι τη Χρυσούπολη και τη Χαλκηδόνα κι ερχόταν ακαθόριστο βουητό ιαχών απ’ τον Ιππόδρομο.
Με άγρια παραγγέλματα, μαστιγώματα και σπρωξίματα οι φρουροί ανάγκαζαν τους καλογέρους να βγουν απ’ τους στάβλους των Βένετων, όπου τους κρατούσαν φυλακισμένους επί δύο και τρία μερόνυχτα. Ακούγονταν πονεμένες κραυγές, βογκητά, αναθέματα, κατάρες, μα και βλαστήμιες, ενώ σύννεφο σκόνης χρύσωνε με τη βοήθεια του πρωινού ήλιου τους ιερωμένους. Θαρρείς ασχημάτιστο κι αναποφάσιστο φωτοστέφανο, προτού διαμοιραστεί και κυκλώσει τα κεφάλια των εκλεκτών να ανακηρυχθούν σε αγίους και οσίους.
Το ίδιο βάναυσα ωθούσαν κι από τους στάβλους των Πρασίνων, προς τη χωμάτινη αυλή με τη λίθινη ποτίστρα στη μέση και τον πετρόκτιστο περίβολο, έτερη φουρνιά, θηλυκού γένους. Καλογριές με βλέμματα φοβισμένα, δίχως μαφόρια να καλύπτουν τα κεφάλια τους και κοντοκουρεμένες, με βαθιές ψαλιδιές ως το λευκό του δέρματος κι όλες ανισομεγέθεις.
Όπως συμπτύσσονταν οι δυο ομάδες στις γειτονικές αψιδωτές εξόδους των στάβλων, άρπαζαν οι φρουροί στην τύχη μια μοναχή κι έναν μοναχό, τους ανάγκαζαν να πιαστούν χέρι με χέρι και να προχωρήσουν αντάμα. Τολμούσαν μερικοί ν’ αποτραβηχτούν, με άμεση συνέπεια να δέχονται απανωτά χτυπήματα στις πλάτες ή και κατά πρόσωπο με τις λαβές των ξιφών και τα μαστίγια. Έσπαζαν δόντια και μύτες κι έτρεχαν αυλακιές αίματος στα κατάλευκα μάγουλα, καθώς τους είχαν ξυρίσει τις προηγούμενες ημέρες.
Ο Υάκινθος ένιωσε το χέρι μιας καλογριάς να δένεται με το δικό του, μα δεν έστρεψε να την ιδεί. Όποια κι αν ήταν η όψη της, νέας ή γραίας, καλλίμορφης ή όχι, δε σήμαινε τίποτα για εκείνον. Μόνο τη ρώτησε: «Πώς σε ονομάζουν;»