Η Άδα άφησε την τσάντα της στο τραπεζάκι της εισόδου και, με τα τακούνια της να χτυπούν στο ξύλινο πάτωμα, προχώρησε προς την μπαλκονόπορτα, που ο μπογιατζής την είχε αφήσει επίτηδες ανοιχτή για να ξεμυρίσει το σπίτι. Έσπρωξε τα παντζούρια για να μπει φως –το είχε ανάγκη το φως· της άρεσε–, αλλά το ένα φύλλο, το δεξί, είχε σκεβρώσει και μάγκωνε πεισματικά στο φθαρμένο μωσαϊκό του μπαλκονιού. Έβαλε δύναμη, το ανασήκωσε και με τα δυο της χέρια, και το έγειρε διπλωμένο στο πλάι μέχρι να ακουμπήσει στον τοίχο, ακούγοντας τους μεντεσέδες του να γκρινιάζουν και να της αντιστέκονται. Έπρεπε να το φτιάξει. Και να δει τι άλλα μερεμέτια θα έβγαζε το σπίτι. Θα φώναζε μάστορα αύριο κιόλας, πρωί πρωί. Ψέματα. Τη Δευτέρα.
Αναστέναξε, πετάρισε τα μάτια και έσκυψε πάνω από τα φρεσκοβαμμένα κάγκελα. Κάτω, ο δρόμος ήταν άδειος. Και ήταν τόσο όμορφος δρόμος. Την αγαπούσε τη Φωκίωνος Νέγρη. Και από εδώ, από το ύψος του τέταρτου ορόφου, Φωκίωνος Νέγρη και Δροσοπούλου γωνία, μπορούσε να δει το καλύτερο κομμάτι της. Και το πιο πολυσύχναστο. Στα πενήντα βήματα πιο πέρα, ήταν το Σελέκτ. Όποτε ήθελε, μπορούσε να πεταχτεί για να κεραστεί μια πάστα. Ή ένα αναψυκτικό. Ή ό,τι λαχταρούσε η ψυχή της. Δεν ήταν πολύ μεγάλο έξοδο, σωστά; Και ήταν στ’ αλήθεια όλοι εκεί. Όλοι. Όλη η Αθήνα.