Τον έθαψαν σε μια απόμερη γωνιά, κάτω από ένα γέρικο κυπαρίσσι, που τα χρόνια και οι αέρηδες το είχαν τσακίσει και έγερνε προς τον χορταριασμένο μαντρότοιχο. Καμιά δεκαπενταριά άνθρωποι ήταν όλοι κι όλοι. Ένας παπάς που βιαζόταν να τελειώσει, δυο τρεις φίλοι από τα χρόνια της Δραματικής Σχολής, μια χούφτα συγγενείς, λίγοι γείτονες από το δρομάκι του πατρικού του. Και οι γονείς. Οι γονείς του. Ήταν η τελευταία μέρα του Οκτώβρη και, παρόλο που είχε λιακάδα, το χώμα του Πρώτου Νεκροταφείου ανέδιδε ακόμη τη βροχή της προηγούμενης νύχτας. Ο αποχαιρετισμός στάθηκε σύντομος, όπως η ζωή του. Χωρίς στεφάνια και επικήδειους. Μόλις ο νοτισμένος λάκκος κατάπιε το φέρετρο, οι παριστάμενοι ψιθύρισαν λίγα λόγια παρηγοριάς στους γονείς κι έπειτα σκόρπισαν αθόρυβα. Έμειναν μόνο ο πατέρας του και η μητέρα του. Μαρμαρωμένοι. Οι εφημερίδες αφιέρωσαν ελάχιστο χώρο στον θάνατό του, στριμώχνοντας την είδηση ανάμεσα σε ρεκλάμες που διαφήμιζαν τα ελαστικά Fulda Diadem (σταθερά, μεγάλης αντοχής, κατάλληλα διά κάθε δρόμον), την τετράτομη εγκυκλοπαίδεια Ο κόσμος των φυτών και των ζώων, τα ανοξείδωτα ξυραφάκια Silver Astor και ένα δεκαήμερο, αφιερωμένο στο αγνό παρθένο μαλλί, που επρόκειτο να ξεκινήσει στο κατάστημα Μινιόν.
Απεβίωσεν ο νεαρός ηθοποιός Αλέξανδρος Κροντηράς, έγραψε η Απογευματινή. Αιφνίδιον τέλος για φέρελπι καλλιτέχνη, ήταν ο τίτλος του Έθνους. Έφυγεν πρόωρα ο ηθοποιός Αλέξανδρος Κροντηράς, ανήγγειλε η Βραδυνή. Και αποκάτω μερικές αράδες για τα ταπεινά επιτεύγματά του. Τη συμμετοχή του σε κάποιες καλές παραστάσεις και, κυρίως, τους τέσσερις μικρούς ρόλους του σε ταινίες της Φίνος. Ένας από αυτούς περιλάμβανε και χειροφίλημα στην Αλίκη (στο σημείο εκείνο κάποιος συντάκτης είχε προσθέσει και θαυμαστικό). Κανείς δεν έγραψε ότι ο Αλέξανδρος Κροντηράς έγινε ηθοποιός επειδή είδε κάποτε την Κυβέλη στη σκηνή. Κανείς δεν έγραψε ότι η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής του ήταν δύο χειμώνες νωρίτερα, τον Ιανουάριο του ’66, όταν βρέθηκε να κάνει ένα σύντομο πέρασμα σε παράσταση της ίδιας της Κυβέλης, στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Και ασφαλώς κανείς δεν επισήμανε ότι στο ημερολόγιο που βρέθηκε σπίτι του οι μισές σελίδες αναφέρονταν στο μυθικό πρόσωπο της Κυβέλης Αδριανού.