Η μις Τζέιν Μαρπλ καθόταν πλάι στο παράθυρο. Το παράθυρο έβλεπε στον κήπο της, ο οποίος κάποτε τη γέμιζε περηφάνια. Τώρα πια δεν ήταν έτσι. Τώρα κοιτούσε από το παράθυρο και μόρφαζε. Εδώ και αρκετό καιρό τής είχαν απαγορεύσει να ασχολείται εντατικά με την κηπουρική. Δεν έπρεπε να σκύβει, να σκάβει, να φυτεύει – μπορούσε το πολύ πολύ να κάνει κανένα κλαδεματάκι. Ο γερο-Λέικοκ, που ερχόταν τρεις φορές την εβδομάδα, έκανε αναμφίβολα ό,τι καλύτερο μπορούσε. Όμως το καλύτερο, έτσι όπως ήταν (όχι τίποτα σπουδαίο, δηλαδή), ήταν καλύτερο σύμφωνα με τη δική του γνώμη, όχι κατά τη γνώμη της εργοδότριάς του. Η μις Μαρπλ ήξερε πολύ καλά τι ήθελε να γίνει, και πότε το ήθελε, και του έδινε τις ανάλογες οδηγίες. Και τότε ο γερο-Λέικοκ επιδείκνυε το προσωπικό του δαιμόνιο, το οποίο υπαγόρευε ενθουσιώδη συμφωνία και στη συνέχεια πλήρη έλλειψη συμμόρφωσης.
«Ακριβώς, κυρία μου. Θα βάλουμε τις παπαρούνες εδώ και τις καμπανούλες κατά μήκος του φράχτη. Όπως θέλετε, αυτό θα κάνω πρώτο την επόμενη εβδομάδα». Οι δικαιολογίες του Λέικοκ είχαν πάντα λογική, κι έμοιαζαν πολύ με εκείνες που έδινε ο καπτεν-Τζορτζ για να μην μπαρκάρει, στο βιβλίο Τρεις σε μια βάρκα. Στην περίπτωση του καπετάνιου ο άνεμος φυσούσε πάντα από λάθος διεύθυνση, είτε προς τη θάλασσα, είτε προς τη στεριά, ή ερχόταν από την αναξιόπιστη Δύση, ή από την ακόμα πιο ύπουλη Ανατολή. Η δικαιολογία του Λέικοκ ήταν ο καιρός. Είχε ξηρασία, είχε υγρασία, είχε βρέξει πολύ, είχε παγωνιά στον αέρα. Διαφορετικά, έπρεπε να προηγηθεί κάτι πολύ σημαντικό (συνήθως σχετικό με λάχανα ή λαχανάκια Βρυξελών, από τα οποία του άρεσε να καλλιεργεί υπερβολικές ποσότητες).