Ήταν η σειρά της δεσποινίδος Σόμερς να φτιάξει το τσάι. Η δεσποινίς Σόμερς ήταν η πιο καινούργια δακτυλογράφος, και η λιγότερο αποδοτική. Δεν ήταν πια νέα και η όψη της είχε μια ελαφριά ανησυχία που θύμιζε πρόβατο. Το νερό δεν είχε βράσει ακόμα όταν η δεσποινίς Σόμερς το έριξε στο τσάι, όμως η άμοιρη η δεσποινίς Σόμερς δεν ήταν ποτέ απόλυτα σίγουρη πότε έβραζε το νερό. Ήταν μία από τις πολλές ανησυχίες που ταλαιπωρούσαν τη ζωή της.
Σέρβιρε το τσάι και μοίρασε τα φλιτζάνια με ένα δυο μαλακά, γλυκά κουλουράκια σε κάθε πιατάκι. Η δεσποινίς Γκρίφιθ, η τόσο αποδοτική επικεφαλής δακτυλογράφος, μια στριμμένη γκριζομάλλα που δούλευε στις Ενοποιημένες Επενδύσεις εδώ και δεκαέξι χρόνια, είπε αυστηρά: «Πάλι δεν έβρασε το νερό, Σόμερς!» Το ανήσυχο, μειλίχιο πρόσωπο της δεσποινίδος Σόμερς κοκκίνισε κι εκείνη είπε: «Δεν είναι δυνατόν, αυτή τη φορά ήμουν σίγουρη ότι έβρασε!»
Η δεσποινίς Γκρίφιθ σκέφτηκε: Ίσως μείνει για κανέναν μήνα ακόμα, όσο έχουμε τόση δουλειά… Μα δεν είναι δυνατόν! Η ανόητη τα θαλάσσωσε με την επιστολή στην Ανατολική Αναπτυξιακή – δεν υπήρχε πιο εύκολη δουλειά. Και δεν μπορεί να φτιάξει ούτε ένα τσάι της προκοπής. Αν δεν ήταν τόσο δύσκολο να βρει κανείς έξυπνες δακτυλογράφους – πάλι δεν έκλεισε καλά το καπάκι στο κουτί με τα κουλουράκια. Δεν είναι δυνατόν–
Όπως τόσοι ακόμα αγανακτισμένοι εσωτερικοί στοχασμοί της δεσποινίδος Γκρίφιθ, η πρόταση έμεινε στη μέση. Εκείνη τη στιγμή μπήκε φουριόζα η δεσποινίς Γκρόσβενορ για να φτιάξει το ιερό τσάι του κυρίου Φόρτεσκιου. Ο κύριος Φόρτεσκιου έπινε άλλο τσάι, σε άλλο σερβίτσιο και με ξεχωριστά κουλουράκια. Μόνο ο βραστήρας και το νερό της βρύσης στο κουζινάκι ήταν ίδια. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, επειδή επρόκειτο για το τσάι του κυρίου Φόρτεσκιου, το νερό έβρασε. Φρόντισε γι’ αυτό η δεσποινίς Γκρόσβενορ.