«Το ξέρω», είπε η Τάπενς. «Κάτι στο ενσυνείδητο τακτ είναι εκνευριστικό. Από την άλλη, πάλι, εσύ εκνευρίζεσαι όταν ρωτάω. Και όπως και να ’χει, δε χρειάζεται να σε ρωτήσω. Είσαι ανοιχτό βιβλίο».
«Δεν το φαντάστηκα πως δείχνω σαν βρεγμένη γάτα».
«Μα, όχι, αγάπη μου», είπε η Τάπενς. «Μόνο που, πώς να το πω, είχες αναρτήσει μπαίνοντας ένα από τα πιο σπαρακτικά χαμόγελα που έχω δει ποτέ».
«Τόσο χάλια», είπε μ’ έναν μορφασμό ο Τόμι.
«Και λίγα λέω! Έλα, πες τα μου όλα. Δεν έκανες τίποτα;»
«Τίποτα. Δε με θέλουν σε κανένα όπλο. Τι να σου πω, Τάπενς, είναι πολύ σκληρό να είσαι σαράντα έξι χρόνων και να σε κάνουν να νιώθεις σαν γερο-ξεκούτης. Στρατός, ναυτικό, αεροπορία, Υπουργείο Εξωτερικών, δεν είχαν παρά μία και μοναδική απάντηση: πολύ μεγάλος. Ίσως αργότερα…»
«Κι εγώ», είπε η Τάπενς, «την ίδια απάντηση πήρα. Δε θέλουν για νοσοκόμες άτομα της ηλικίας μου – ευχαριστούμε πολύ, όχι. Ούτε και για τίποτε άλλο, βέβαια. Προτιμούν να πάρουν ένα αφράτο κοριτσόπουλο, που δεν έχει δει ποτέ μια πληγή και δεν έχει αποστειρώσει ποτέ έναν επίδεσμο, παρά εμένα που εργάστηκα για τρία χρόνια, από το 1915 έως το 1918, σε διάφορες εργασίες όπως αδελφή χειρουργικού θαλάμου και χειρουργείου, ύστερα ως οδηγός φορτηγών οχημάτων και τέλος ως οδηγός στρατηγού. Αυτά και άλλα πολλά και όλα με μεγάλη επιτυχία, καθώς τους διαβεβαίωσα. Και τώρα, να που δεν είμαι πια γι’ αυτούς παρά μια κακόμοιρη, ενοχλητική, βαρετή μεσόκοπη που δε θέλει να κάτσει να πλέκει ήσυχα στο σπίτι της, όπως θα όφειλε».
«Κόλαση είναι αυτός ο πόλεμος», είπε σκυθρωπός ο Τόμι.