Ο κύριος Σάτερθγουεϊτ καθόταν στη βεράντα της Φωλιάς του Κόρακα και παρακολουθούσε τον οικοδεσπότη του, τον σερ Τσαρλς Κάρτραϊτ, να ανηφορίζει το μονοπάτι που οδηγούσε στη θάλασσα.
Η Φωλιά του Κόρακα ήταν ένα σύγχρονο μπανγκαλόου, ανώτερου επιπέδου. Οι τοίχοι του δεν καλύπτονταν από κορμούς δέντρων ως τη μέση, από την πρόσοψή του δεν προεξείχαν δοκάρια και γενικά δεν εμφάνιζε όλες εκείνες τις αρχιτεκτονικές υπερβολές στις οποίες τόση αδυναμία δείχνουν οι λαϊκοί τύποι. Ήταν ένα λιτό, λευκό, συμπαγές κτίσμα, το οποίο ξεγελούσε ως προς το πραγματικό του μέγεθος, καθώς ήταν πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι έμοιαζε. Το όνομά του το χρωστούσε στη θέση του, αφού ήταν χτισμένο ψηλά, με θέα προς το λιμάνι του Λόμουθ. Μάλιστα, πέρα από μια άκρη της βεράντας, που ήταν προστατευμένη από μια στιβαρή κουπαστή, υπήρχε γκρεμός που κατέληγε στη θάλασσα. Από τον δρόμο η Φωλιά του Κόρακα απείχε σχεδόν ενάμισι χιλιόμετρο από την πόλη. Ο δρόμος εκτεινόταν προς την ενδοχώρα και κατόπιν σχημάτιζε πέταλα πάνω από τη θάλασσα. Με τα πόδια έφτανε κανείς εκεί μέσα σε επτά λεπτά, ακολουθώντας το απότομο μονοπάτι των ψαράδων, το οποίο ο σερ Τσαρλς Κάρτραϊτ ανηφόριζε εκείνη τη στιγμή.
Ο σερ Τσαρλς ήταν ένας καλοφτιαγμένος μεσήλικας άνδρας, με επιδερμίδα μαυρισμένη από τον ήλιο. Φορούσε ένα παλιό γκρίζο φανελένιο παντελόνι και ένα λευκό πουλόβερ. Είχε ένα ελαφρώς κυματιστό βήμα και κρατούσε τις παλάμες του μισόκλειστες καθώς περπατούσε. Εννέα στους δέκα θα έλεγαν: «Απόστρατος αξιωματικός του ναυτικού… χαρακτηριστικός τύπος». Ο δέκατος, με κοφτερότερη ματιά, θα είχε διστάσει να αποφανθεί κατηγορηματικά, καθώς θα τον προβλημάτιζε κάτι το απροσδιόριστο, που δεν έστεκε καλά. Οπότε, ίσως να πρόβαλλε στη σκέψη του μια εικόνα απρόσκλητη: το κατάστρωμα ενός πλοίου –αλλά όχι ενός αληθινού πλοίου–, ενός πλοίου πλαισιωμένου από κρεμαστές κουρτίνες φτιαγμένες από κάποιο παχύ, πλούσιο υλικό, και ενός άνδρα, του Τσαρλς Κάρτραϊτ, να στέκει πάνω σε εκείνο το κατάστρωμα, να τον λούζει ένα φως που δεν ήταν το φως του ήλιου, ενώ οι παλάμες του παρέμεναν μισόκλειστες, το βήμα του χαλαρό και μια φωνή, η σίγουρη, ευχάριστη φωνή ενός Άγγλου ναυτικού και τζέντλεμαν, ιδιαίτερα ενισχυμένη στην έντασή της.