Ο Τζίμι Θέσιτζερ, αυτός ο προσηνής νεαρός, κατέβηκε τρεχάτος τη μεγάλη σκάλα στο Τσίμνεϊς, δύο δύο τα σκαλιά. Τόσο βιαστική ήταν η κάθοδός του, που τράκαρε με τον Τρέντγουελ, τον αρχοντικό μπάτλερ, καθώς ο τελευταίος διέσχιζε το χολ με μερικό ζεστό καφέ ακόμα. Χάρη στη θαυμαστή ετοιμότητα κι ευκινησία του Τρέντγουελ, το μοιραίο αποφεύχθηκε.
«Συγγνώμη», είπε ο Τζίμι. «Δε μου λες, Τρέντγουελ, κατεβαίνω τελευταίος;»
«Όχι, κύριε. Ο κύριος Γουέιντ δεν έχει κατέβει ακόμη».
«Ωραία», είπε ο Τζίμι και μπήκε στο δωμάτιο του προγεύματος. Ήταν άδειο με εξαίρεση την οικοδέσποινά του, και η αποδοκιμαστική της ματιά έκανε τον Τζίμι να αισθανθεί την ίδια δυσφορία που ένιωθε όποτε τύχαινε να προσέξει τα μάτια ενός νεκρού μπακαλιάρου στον πάγκο του ψαρά. Αλλά, που να πάρει ο διάτανος, γιατί να τον κοιτάει έτσι αυτή η γυναίκα; Το να κατέβεις ακριβώς στις εννιά και μισή όταν έμενες σε μιαν εξοχική έπαυλη ήταν απλώς αδύνατον. Εντάξει, τώρα ήταν έντεκα και τέταρτο κι ίσως είχε ξεπεράσει το όριο, αλλά ακόμα κι έτσι…
«Μήπως αργοπόρησα λιγάκι, λαίδη Κουτ;»
«Α, δεν πειράζει», είπε με μελαγχολική φωνή η λαίδη Κουτ. Στην πραγματικότητα, αυτοί που αργοπορούσαν στο πρόγευμα την ενοχλούσαν πάρα πολύ. Τα πρώτα δέκα έτη του έγγαμου βίου της, ο σερ Όσβαλντ Κουτ (τότε σκέτος κύριος ακόμη) γινόταν πυρ και μανία έτσι και το πρωινό του γεύμα αργούσε έστω και μισό λεπτό μετά τις οχτώ. Η λαίδη Κουτ είχε μάθει να θεωρεί την ασυνέπεια θανάσιμο αμάρτημα του πλέον ασύγγνωστου είδους.