Ηταν το καλοκαίρι του 1923, το καλοκαίρι που κατέβηκα από το Κέιμπριτζ, όταν, ενάντια στις επιθυμίες της θείας μου να επιστρέψω στο Σρόπσερ, εγώ αποφάσισα πως το μέλλον μου ήταν στην πρωτεύουσα και νοίκιασα ένα μικρό διαμέρισμα στον αριθμό 14β της Μπέντφορντ Γκάρντενς στο Κένσινγκτον. Τώρα θυμάμαι αυτό το καλοκαίρι ως το ωραιότερο της ζωής μου. Ύστερα από χρόνια περιτριγυρισμένος από φίλους, τόσο στο σχολείο όσο και στο Κέιμπριτζ, απολάμβανα τη συντροφιά του εαυτού μου. Απολάμβανα τα πάρκα του Λονδίνου, την ησυχία στο Αναγνωστήριο του Βρετανικού Μουσείου· άφηνα τον εαυτό μου ελεύθερο να βολτάρει ολόκληρα απογεύματα στους δρόμους του Κένσινγκτον, κάνοντας σχέδια για το μέλλον, σταματώντας κάθε τόσο για να θαυμάσω το γεγονός πως εδώ στην Αγγλία, ακόμα και στο μέσο μιας μεγάλης πόλης, συναντούσες αναρριχητικά φυτά και κισσούς να αγκαλιάζουν τις προσόψεις των υπέροχων κατοικιών.
Σε έναν τέτοιο χαλαρό περίπατο συνάντησα, εντελώς τυχαία, έναν παλιό φίλο από το σχολείο, τον Τζέιμς Όσμπορν, και μόλις ανακάλυψα πως ήταν γείτονας, του πρότεινα να με επισκεφτεί όταν θα ξαναπερνούσε από τα μέρη μου. Παρότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα δεχτεί ούτε έναν επισκέπτη στον χώρο μου, ξεστόμισα την πρόσκληση με αυτοπεποίθηση, καθώς είχα επιλέξει την κατοικία μου με μεγάλη προσοχή. Το ενοίκιο δεν ήταν υψηλό, αλλά η σπιτονοικοκυρά μου το είχε επιπλώσει με έναν τόσο γουστόζικο τρόπο που θύμιζε τη χαλαρότητα της βικτωριανής εποχής· το καθιστικό, το οποίο είχε άπλετο φως κατά το πρώτο ήμισυ της ημέρας, είχε έναν φθαρμένο σοφά και δυο αναπαυτικές πολυθρόνες, έναν μπουφέ αντίκα και μια δρύινη βιβλιοθήκη με στραπατσαρισμένες εγκυκλοπαίδειες – όλα αυτά ήμουν πεπεισμένος πως θα αποσπούσαν την επιδοκιμασία του επισκέπτη μου.