«Και πού είναι ο Μπιλ Πιτς τώρα;» ρωτάω.
«Στο γραφείο σου», απαντά ο Ντέμσι.
«Εντάξει, πήγαινε και πες του, σε παρακαλώ, ότι θα πάω να του μιλήσω σε ένα λεπτό».
Ο Ντέμσι κατευθύνεται πρόθυμα και βιαστικά προς τις πόρτες του γραφείου. Εγώ γυρίζω στον Μαρτίνεζ και τον ωρομίσθιο, που τώρα ανακαλύπτω ότι είναι ο αρχιμηχανουργός. Τους λέω ότι από την πλευρά μου δε θα απολυθεί ούτε θα τεθεί κανείς σε διαθεσιμότητα – ότι όλη η υπόθεση είναι μια παρεξήγηση. Στην αρχή ο Μαρτίνεζ δεν ικανοποιείται τελείως με αυτό και ο μηχανουργός φαίνεται να θέλει να του ζητήσει συγγνώμη ο Πιτς. Δεν πρόκειται να ασχοληθώ. Επίσης τυχαίνει να γνωρίζω ότι ο Μαρτίνεζ δεν έχει τη δύναμη να κατεβάσει τους εργαζομένους σε στάση εργασίας. Έτσι λέω ότι, αν η ένωση εργαζομένων θέλει να υποβάλει γραπτά τα παράπονά της, μπορεί· ευχαρίστως να μιλήσω στον τοπικό πρόεδρο, τον Μάικ Ο’Ντόνελ, αργότερα σήμερα και να τα διευθετήσουμε όλα εν ευθέτω χρόνω. Συνειδητοποιώντας ότι, ούτως ή άλλως, δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο προτού μιλήσει με τον Ο’Ντόνελ, ο Μαρτίνεζ τελικά το δέχεται και μαζί με τον μηχανικό αρχίζουν να περπατούν προς το εργοστάσιο.