η μουν τριάντα επτά τότε, δεμένος στη θέση μου, την ώρα που το γιγάντιο μπόινγκ 747, πλησιάζοντας στο αεροδρόμιο του αμβούργου, όρμησε μέσα σ’ ένα πυκνό πέπλο από σύννεφα για να προσγειωθεί. η παγωμένη βροχή του νοέμβρη πότιζε τη γη, προσδίδοντας στα πάντα τη μελαγχολική ατμόσφαιρα του φλαμανδικού τοπίου: στο προσωπικό εδάφους που ήταν ντυμένο με αδιάβροχα, στη σημαία πάνω στο χαμηλότερο κτίριο του αεροδρομίου, στη γιγαντοαφίσα της BMW. μάλιστα… πάλι στη γερμανία λοιπόν. μόλις το αεροπλάνο προσεδαφίστηκε, απαλή μουσική άρχισε να διαχέεται από τα ηχεία της οροφής: μια γλυκιά ορχηστρική διασκευή του «Norwegian Wood» των μπιτλς. η μελωδία αυτή πάντα με έκανε να ανατριχιάζω, αλλά τούτη τη φορά το ρίγος που ένιωσα ήταν δυνατότερο από ποτέ. Έγειρα μπροστά και έβαλα το πρόσωπό μου μέσα στα χέρια, να συγκρατήσω το κεφάλι μου να μην ανοίξει στα δυο. αμέσως μια γερμανίδα αεροσυνοδός με πλησίασε και με ρώτησε αν ένιωθα καλά.
«Όχι», απάντησα, «λίγο ζαλισμένος». «Είστε σίγουρος;» «ναι. Ευχαριστώ». Χαμογέλασε και απομακρύνθηκε. η μουσική άλλαξε σε μια μελωδία του μπίλι τζόελ. Ίσιωσα την πλάτη και κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο τα σκούρα σύννεφα που αιωρούνταν πάνω από τη βόρεια θάλασσα, σκεφτόμενος όλα όσα είχα ήδη χάσει κατά τη διάρκεια της ζωής μου: εποχές για πάντα χαμένες, φίλους που είχαν πεθάνει ή εξαφανιστεί, συναισθήματα που δε θα βίωνα ποτέ ξανά. το αεροπλάνο πλησίασε στην πύλη. οι επιβάτες άρχισαν να λύνονται τις ζώνες τους και να κατεβάζουν τις χειραποσκευές τους, ενώ εγώ είχα μεταφερθεί σ’ ένα λιβάδι. μύριζα το χορτάρι, ένιωθα τον άνεμο στο πρόσωπό μου, άκουγα τις φωνές των πουλιών. φθινόπωρο του 1969, σύντομα θα γινόμουν είκοσι χρονών.