ΚΟΙΤΑΖΑ τ’ αγόρια και σκέπτουμουν. Ο Λουκάς έγραφε σιωπηλά, τα φρύδια του σουφρωμένα, θυμωμένος ακόμα, ενώ ο Βρασίδας, με τα χέρια στις τσέπες, πήγαινε κι έρχουνταν, κάθουνταν και σηκώνουνταν, σφύριζε και τραγουδούσε, φασάρευε, γύρευε να δείξει πως διασκέδαζε ωραία. Αλλά βαριούνταν φοβερά. Νυσταγμένος τον ακολουθούσα με το βλέμμα, κλείνοντας πότε το ένα μάτι πότε το άλλο, και συλλογίζουμουν. Γιατί άραγε αντιπαθούσα τόσο τον Βρασίδα; Τι ήταν που δε μ’ άρεζε σ’ αυτόν; Τα πεταχτά του χείλια; Το βάδισμά του το νωθρό; Ή μήπως η ματιά του που δε σε κοίταζε ποτέ κατά πρόσωπο; Ήταν οι γραβάτες του οι σφανταχτερές; Τα μαλλιά του τα πομαδιασμένα και κολλημένα στο μέτωπο; Ή απλώς η αντίθεσή του με τον εξάδελφό του, τον Λουκά; Γιατί ήταν μεγάλη η αντίθεση αυτή. Ο Λουκάς, λιγνός, λεπτός, λίγο σκεπτικός πάντα, με τα γαλανά ορθάνοιχτα μάτια του που σε κοίταζαν ως μέσα στην καρδιά, τα σγουρά του κοντοκομμένα μαλλιά, βρουτσισμένα πίσω, ξεσκεπάζοντας το μέτωπο.
Ο Βρασίδας, ένα χρόνο μεγαλύτερος, παχύς, μαλθακός, σάψαλος, πολυλογάς, κυράτσα. Τι μ’ ένοιαζαν όμως εμένα όλα αυτά και τι με πείραζαν; Γιατί μου έκανε τόσο κακό η παρουσία του, που δεν μπορούσα να βγάλω το μάτι μου από πάνω του; Περνούσε η ώρα και ο Λουκάς όλο έγραφε. Στο τέλος βαρέθηκε στα σωστά του ο Βρασίδας, πήγε κοντά του και του είπε με αέρα: — Έλα, ξεμπέρδευε το μάθημά σου και πάμε κάτω στο περιβόλι. — Να πας μονάχος σου, του αποκρίθηκε ο Λουκάς. Εγώ δεν παίζω μαζί σου. — Καλέ τι μου λες, καλέ; έκανε κοροϊδευτικά ο Βρασίδας. Ο Λουκάς πετάχθηκε πάνω. «Τώρα θα πέσει ξύλο», είπα μέσα μου, και χάρηκα λιγάκι, γιατί ήξερα πως, αν κι ένα χρόνο μικρότερος, ο Λουκάς θα του τις έβρεχε.
Μα βαστάχθηκε και κάθισε πάλι στο τετράδιό του. — Δεν παίζω με ανθρώπους που βρίζουν, είπε. Ο Βρασίδας γέλασε. — Τι σε νοιάζει εσένα τι λέγω εγώ για τον Βασίλη; έκανε. — Τον αγαπώ τον Βασίλη. Και δεν παραδέχομαι να τον λες εσύ ζώο. Με πόνεσαν τα λόγια αυτά του Λουκά, σα να με είχε δείρει. Μα δεν το είπα μπροστά του, δικαιολογήθηκε ο Βρασίδας. — Ακόμα χειρότερο. Φοβάσαι να το πεις μπροστά του και το λες πίσω του. — Πφφφ... έκανε ο Βρασίδας, ένας παλιοδούλος... Αυτή τη φορά δεν κρατήθηκε ο Λουκάς και του ρίχθηκε.