Ο Ρέμπους ακούμπησε το μαχαίρι και το πιρούνι του στο άδειο πιάτο και άραξε στην καρέκλα του, κοιτάζοντας προσεκτικά τους υπόλοιπους πελάτες του εστιατορίου. «Κάποιος δολοφονήθηκε εδώ, ξέρεις» ανακοίνωσε. «Κι ύστερα σου λένε ότι ο ρομαντισμός έχει πεθάνει». Η Ντέμπορα Κουάντ είχε κοκαλώσει πάνω από την μπριζόλα της. Ο Ρέμπους ήταν έτοιμος να σχολιάσει το γεγονός ότι την τεμάχιζε με την ίδια προσοχή που έδειχνε όταν χρησιμοποιούσε το νυστέρι της σε κάποιο πτώμα. Τότε όμως θυμήθηκε τη δολοφονία και θεώρησε ότι ήταν καλύτερο θέμα συζήτησης για να σπάσει ο πάγος. «Συγγνώμη» απολογήθηκε, πίνοντας μια γουλιά από το κόκκινο κρασί του. Σέρβιραν και μπίρα στο εστιατόριο, ο Ρέμπους είχε δει τους σερβιτόρους να φέρνουν μπίρα σε κάποια τραπέζια, αλλά προσπαθούσε να την περιορίσει. Μια νέα αρχή: αυτός ήταν και ο λόγος που είχαν βγει έξω για να δείπνησουν, γιόρταζαν μια εβδομάδα χωρίς τσιγάρο. Εφτά ολόκληρες μέρες. Εκατόν εξήντα οχτώ ώρες. (Εκείνη δεν χρειαζόταν να μάθει για το τσιγάρο που ζητιάνεψε από έναν καπνιστή έξω από ένα συγκρότημα γραφείων πριν από τρεις μέρες. Έτσι κι αλλιώς του έφερε ναυτία.)
«Αντιλαμβάνεσαι καλύτερα τη γεύση του φαγητού, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε τώρα, για πολλοστή φορά. «Ναι, αμέ» παραδέχτηκε, καταπνίγοντας τον βήχα του. Εκείνη έμοιαζε να έχει εγκαταλείψει την μπριζόλα της, πιέζοντας ελαφρά το στόμα της με τη χαρτοπετσέτα. Βρίσκονταν στην Μπρασερί Γκάλβιν Ντελούξ, κολλητά στο ξενοδοχείο Καλιντόνιαν – που τώρα ονομαζόταν Γουόλντορφ Αστόρια Καλιντόνιαν. Για όσους όμως είχαν μεγαλώσει στο Εδιμβούργο ήταν γνωστό ως Καλιντόνιαν ή, αλλιώς, Κάλι. Στο μπαρ, πριν από το δείπνο, ο Ρέμπους είχε αραδιάσει ένα σωρό ιστορίες: για τον σιδηροδρομικό σταθμό που υπήρχε εδώ και που τον είχαν ξηλώσει τη δεκαετία του εξήντα· για τότε που ο Ρόι Ρότζερς είχε ανεβάσει το άλογό του, τον Τρίγκερ, στον διάδρομο που οδηγούσε στην κυρίως σκάλα επειδή του το είχε ζητήσει ένας φωτογράφος. Η Κουάντ άκουσε υπομονετικά τις ιστορίες του προτού του πει ότι μπορούσε να ξεκουμπώσει το πάνω κουμπί του πουκαμίσου του. Ο Ρέμπους περνούσε συνεχώς το δάχτυλό του μέσα από τον γιακά στην προσπάθειά του να χαλαρώσει κάπως το σφίξιμο.