Όπως κάθε βράδυ. Ήταν εκεί. Η πρώτη συνάντηση της βραδιάς. Θα πρέπει να ήταν λίγο μετά τη δύση. Τη συναντούσε στιγμές αφότου άνοιγε τα μάτια. Ήταν αυτή ή η περίπου αυτή, η σχεδόν αυτή. Πολύ αδύνατη. Όρθια, θα ήταν ψηλή. Ένα μακρύ φόρεμα. Πράσινο. Άλλοτε νεότερή του, άλλοτε όχι, αν και συχνά έδειχνε να είναι η ίδια. Καθισμένη χαλαρά στην πολυθρόνα, απέναντι στο κρεβάτι. Πότε κάπνιζε, πότε όχι. Έμοιαζε να χαμογελάει· όχι πάντα. Σπάνια τον κοιτούσε στα μάτια, συνήθως φαινόταν να την απασχολεί κάποια λεπτομέρεια στο πάτωμα ή στο ταβάνι ή σε κάποιο σημείο δεξιά ή αριστερά στο μαξιλάρι του. Δεν του μίλησε ποτέ. Το ίδιο κι αυτός. Κι έπειτα εκείνη εξαφανιζόταν στην παγόδα του χαλιού του, ίδιος σεφέρειος Νιζίνσκι. Δευτερόλεπτα μετά είχε ξεχάσει τις λεπτομέρειες.
Και τότε, συνήθως, μια βρισιά· και τιναζόταν από το κρεβάτι. Το είχε αποφασίσει. Το αποφάσισε. Θα ήταν μια βραδιά σαν τις άλλες. Για τους άλλους. Όχι για τον ίδιο. Όχι για τον Αλκιβιάδη Πικρό. Γιατί αυτός θα άλλαζε. Εκείνο το βράδυ το υποσχέθηκε στο είδωλό του στον καθρέφτη. Κάθε βράδυ υποσχόταν σε ένα πρόσωπο καταφανώς αξύριστο και ανεξαιρέτως κουρασμένο ότι θα άλλαζε μοτίβο. Ότι για τον ίδιο θα ήταν μια νύχτα διαφορετική από τις προηγούμενες. Που για μήνες ήταν απαράλλαχτα ίδιες. Ύπνος την ημέρα. Και ήταν φυσικό, αφού ξάγρυπνος τα βράδια στο κρεβάτι, παρατηρώντας την αέναη κίνηση του ανεμιστήρα στο ταβάνι ή ακουμπώντας τους αγκώνες στο τραπέζι της κουζίνας είτε στις τάβλες του γραφείου ατενίζοντας τον τοίχο απέναντί του, καπνίζοντας άφιλτρες φυτείες και πίνοντας θάλασσες καφέ, ή περπατώντας μοναχικά, μηχανικά και μόνιμα –αυτό κάθε βράδυ–, σταματώντας μόνο, κάποιες φορές, για λίγο, να καταγράψει στο μικρό του Moleskine μια σκέψη, στο ίδιο πάντα πενηντάλεπτο δρομολόγιο: Παπατσώνη-Μπαλάνου-Μηνιάτη-Μάρκου Μουσούρου-Υμηττού-Ηλιουπόλεως-Πρώτο Νεκροταφείο-Τριβωνιανού-Σορβόλου-Παπατσώνη. Στο Μετς.