Μέσα σε μια στιγμή, η ατμόσφαιρα της αίθουσας άλλαξε. Οι παρευρισκόμενοι αντέδρασαν με τρόμο, καθώς η πραγματικότητα του θανάτου του Ρούντι Σερτς τους χτύπησε σαν κεραυνός. Η Λετίσια Μπλάκλοκ, η οικοδέσποινα, έμεινε παγωμένη, με το χέρι της να καλύπτει το στόμα της, ενώ οι άλλοι άρχισαν να ψιθυρίζουν και να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον με ανησυχία. Ο επιθεωρητής Κράντοκ, που είχε παρακολουθήσει την κατάσταση με προσοχή, αποφάσισε να αναλάβει δράση. «Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι κανείς δεν θα φύγει από εδώ», είπε με αυστηρό τόνο. «Αυτός ο θάνατος δεν μπορεί να είναι τυχαίος». Οι παρευρισκόμενοι αντέτειναν τις απόψεις τους, προσπαθώντας να δικαιολογήσουν την κατάσταση, αλλά η αβεβαιότητα και ο φόβος είχαν καταλάβει το χώρο. Η μις Μαρπλ, που παρακολουθούσε σιωπηλή, άρχισε να σκέφτεται τις λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να την οδηγήσουν στην αλήθεια. Η παρατήρηση ήταν το παν, και εκείνη είχε μάθει να παρατηρεί τα πάντα.
Η μις Μαρπλ, με την οξυδέρκειά της, άρχισε να αναλύει τα γεγονότα. Ποιος θα είχε λόγο να σκοτώσει τον Ρούντι Σερτς; Ποιες σχέσεις υπήρχαν ανάμεσα στους παρευρισκόμενους; Κάθε λεπτομέρεια, κάθε αντίδραση, θα μπορούσε να είναι καθοριστική. Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη, και η μις Μαρπλ ένιωθε ότι η λύση του μυστηρίου βρισκόταν στην καρδιά των ανθρώπων που την περιέβαλλαν. Οι υποψίες και οι αναμνήσεις άρχισαν να συνδέονται, και η γριούλα ντετέκτιβ ετοιμαζόταν να αποκαλύψει την αλήθεια πίσω από τον φόνο που είχε αναγγελθεί.