Αν δεν απατώμαι, κυκλοφορεί μια γνωστή ιστορία, σύμφωνα με την οποία ένας νεαρός συγγραφέας, αποφασισμένος να προσφέρει στην ιστορία του ένα ξεκίνημα αρκετά δυνατό και πρωτότυπο ώστε να κεντρίσει και να καθηλώσει την προσοχή ακόμη και του πλέον μπλαζέ εκδότη, έγραψε την ακόλουθη φράση: «Κέρατο! αναφώνησε η δούκισσα». Όλως παραδόξως, αυτή εδώ η δική μου ιστορία αρχίζει με τον ίδιο τρόπο. Με τη μόνη διαφορά ότι η κυρία που άρθρωσε τη συγκεκριμένη λέξη δεν ήταν δούκισσα. Όλα άρχισαν μια μέρα στις αρχές Ιουνίου. Είχα ταξιδέψει στο Παρίσι για επαγγελματικούς λόγους και επέστρεφα με το πρωινό τρένο στο Λονδίνο, όπου εξακολουθούσα να συγκατοικώ με τον παλιό μου φίλο, τον βετεράνο Βέλγο ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό. Η ταχεία του Καλέ μετέφερε εξαιρετικά λίγους επιβάτες – μάλιστα, το διαμέρισμα του βαγονιού στο οποίο βρισκόμουν φιλοξενούσε μόλις ένα άτομο ακόμη. Είχα φύγει κάπως βιαστικά από το ξενοδοχείο μου και ήμουν απασχολημένος να καθησυχάζω τον εαυτό μου ότι είχα πάρει όλα τα πράγματά μου, όταν αναχώρησε το τρένο.
Ως εκείνη τη στιγμή, μετά βίας είχα προσέξει τη συνταξιδιώτισσά μου, όμως τώρα ερχόταν μια λέξη να μου υπενθυμίσει κατά τρόπο απότομο την παρουσία της, όπως πετάχτηκε από το κάθισμά της, κατέβασε το παράθυρο και έβγαλε έξω το κεφάλι της, αποσύροντάς το μια στιγμή μετά, με το κοφτό όσο και έντονο «Κέρατο!». Λοιπόν, είμαι άνθρωπος παλαιών αρχών. Θεωρώ πως μια γυναίκα πρέπει να φέρεται όπως αρμόζει σε μια γυναίκα. Με ενοχλεί το θέαμα της σύγχρονης, νευρωτικής κοπέλας που δεν ησυχάζει από το πρωί ως το βράδυ, καπνίζει σαν φουγάρο και χρησιμοποιεί εκφράσεις που θα έκαναν ακόμη και λιμενεργάτη να κοκκινίσει! Σήκωσα το κεφάλι ελαφρώς συνοφρυωμένος και αντίκρισα ένα χαριτωμένο, αυθάδικο πρόσωπο, στολισμένο με ένα κομψό κόκκινο καπελίνο. Πυκνές μελαχρινές μπούκλες κάλυπταν και τα δυο αυτιά. Υπολόγισα πως ήταν λίγο μεγαλύτερη από δεκαεπτά χρονών, όμως το πρόσωπό της καλυπτόταν από πούδρα και τα χείλη της είχαν ένα εντελώς αφύσικο άλικο χρώμα.