Καμία παραθαλάσσια πόλη στον Νότο της Αγγλίας δεν είναι, νομίζω, τόσο όμορφη όσο το Σεντ Λου. Δίκαια έχει αποκτήσει το προσωνύμιο βασίλισσα των ιαματικών λουτρών και θυμίζει έντονα τη Ριβιέρα. Η ακτή της Κορνουάλης είναι για μένα εξίσου γοητευτική όσο και ο Νότος της Γαλλίας.
Αυτό ακριβώς σχολίασα στον φίλο μου, τον Ηρακλή Πουαρό. «Αυτό ακριβώς έγραφε και το μενού στο εστιατόριο του τρένου χθες, φίλε μου. Το σχόλιό σου δεν είναι πρωτότυπο». «Μα, δε συμφωνείς;» Χαμογελούσε, μάλλον με κάτι που σκεφτόταν, έτσι δεν απάντησε αμέσως στην ερώτησή μου. Την επανέλαβα. «Χίλιες φορές συγγνώμη, Χέιστινγκς. Οι σκέψεις μου ταξίδευαν. Ταξίδευαν, μάλιστα, σε εκείνο το σημείο του κόσμου που μόλις τώρα ανέφερες». «Στον Νότο της Γαλλίας;» «Ναι. Σκεφτόμουν τον τελευταίο χειμώνα που πέρασα εκεί και τα γεγονότα που τον σημάδεψαν». Ανέτρεξα νοερά σε εκείνο το διάστημα. Ένας φόνος είχε διαπραχθεί στο Γαλάζιο Τρένο και το μυστήριο –σύνθετο και στρυφνό– είχε διαλευκανθεί από τον Πουαρό με το σύνηθες, αλάνθαστο δαιμόνιό του.
«Μακάρι να ήμουν τότε μαζί σου», είπα με παράπονο. «Πράγματι», συμφώνησε ο Πουαρό. «Η πείρα σου θα είχε αποδειχθεί υπερπολύτιμη για μένα». Του έριξα μια λοξή ματιά. Ως αποτέλεσμα μιας βαθιά ριζωμένης συνήθειας, έχω την τάση να δυσπιστώ απέναντι στις φιλοφρονήσεις του, όμως αυτή τη φορά έμοιαζε να σοβαρολογεί. Άλλωστε, γιατί όχι; Διαθέτω μεγάλη πείρα στις μεθόδους που εφαρμόζει. «Αυτό που μου έλειψε ιδιαίτερα ήταν η ζωηρή φαντασία σου, Χέιστινγκς», συνέχισε με ύφος ονειροπόλο. «Κάποιες φορές ο άνθρωπος έχει ανάγκη από ένα ανάλαφρο διάλειμμα. Ο βαλές μου, ο Τζορτζ, άνθρωπος αξιοθαύμαστος, με τον οποίο ενίοτε επέτρεπα στον εαυτό μου να συζητά κάποιο ζήτημα της υπόθεσης, δε διαθέτει ίχνος φαντασίας». Το συγκεκριμένο σχόλιο μου φάνηκε ολότελα άσχετο.