Ένα κύμα. Μια μικρή σπρωξιά από τον οσφρητικό βολβό. Φτάνει στην ακτή του εγκεφαλικού φλοιού. Ταράζονται τα διεγερμένα οσφρητικά κύτταρα. Μυρωδιά. Είναι μια μυρωδιά!
Ανοίγει τα μάτια. Ξέρει πως είναι μια καινούργια μέρα. Βαριέται. Β finds παρηγοριά στον υπνοξύπνο της – από παιδί το λέει έτσι. Σ’ αυτή την κατάσταση ελέγχει τις σκέψεις της, ελέγχει και τα όνειρα.
Τα ανακατεύει, δίνει προτεραιότητες, επεμβαίνει στην εξέλιξή τους. Τέλεια! Είναι η κυρίαρχος των ονείρων! Το σπίτι βρισκόταν στους λόφους, πάνω από τη θάλασσα. Μόνο του, κρυμμένο από χιλιάδες λεμονιές, που της άρεσε να τις λέει λεμονόδεντρα γιατί ήταν τεράστιες, πολύ μεγαλύτερες από όσο γίνονται συνήθως. Χιλιάδες; Αυτή έτσι νόμιζε τότε. Πιθανότατα ήταν πολύ λιγότερες, αλλά ποιος μετράει τις λεμονιές όταν είναι δέκα χρονών;
Ήταν ένα Πάσχα που ξεχάστηκε μέσα στον Μάη. Σ’ έναν Μάη-αφετηρία για πρωτόγνωρα συναισθήματα, συμπεριφορές και καταστάσεις. Όλων τους. Τότε ξετυλίχτηκε ένα κουβάρι που κανείς δεν ήθελε να αγγίξει. Ή δεν ήξερε πώς. Και ύστερα ξανατυλίχτηκε με αγάπη. Αφού πέρασε μέσα από τον πόνο. Γιατί αυτά πάνε σχεδόν πάντα μαζί, τότε το έμαθε και έγινε λίγο πιο σοφή.
Άνοιξη λοιπόν και με μαλλιά αχτένιστα, φόρεμα που άστραφτε στον ήλιο σαν διαφήμιση απορρυπαντικού και γδαρμένα γόνατα –δεν ήταν δα και το πιο φρόνιμο κοριτσάκι της τάξης της– έτρεχε και έκλαιγε ανάμεσα στις ανθισμένες λεμονιές. Αυτό της έλεγαν να κάνει το πείσμα και ο θυμός της. Επίσης έτσι είχε δει σ’ ένα έργο στην τηλεόραση να τρέχει μια πανέμορφη ξανθιά ηθοποιός όταν χώρισε με τον καλό της. Και το κυριότερο; Μ’ αυτό τον τρόπο ανέμιζε περισσότερο το φουστάνι της – και της άρεσε να το βλέπει γυρνώντας το κεφάλι της πίσω, με κίνδυνο να πέσει και να ξανασημαδέψει τα αδύνατά της γόνατα.