Από τότε που μπήκε ο Δεκέμβρης και χειμώνιασε για τα καλά, το βράδυ είναι μαρτύριο μέσα στο υπόγειο κελί, με την υγρασία να κρουσταλλιάζει στα χωματένια ντουβάρια και τον παγωμένο αγέρα να σφυρίζει καθώς χώνεται απ’ τον φεγγίτη. Μα και πάλι, το ξημέρωμα είναι η χειρότερη ώρα, τότε που μέχρι και τα σωθικά μας ξυλιασμένα τα νιώθουμε από το αφόρητο κρύο. Όχι πως οι ώρες της μέρας είναι πολύ καλύτερες. Πείνα και στέρηση, αγωνία και φόβος, αυτά μας συντροφεύουν, με τούτα ζούμε, που άλλοτε μας χτυποκαρδούν κι άλλοτε μας απονεκρώνουν. Μα έτσι ήρθαμε πιο κοντά τις δύσκολες μέρες και τις δυσκολότερες νύχτες, έτσι μας έδεσαν οι κοινές μας τραγικές μοίρες, ο κατατρεγμός, το αίμα και η ορφάνια. Μοιραζόμαστε το λιγοστό φαΐ, το περισσότερο όποιος έχει μεγαλύτερη χρεία από αρρώστια ή κούραση, μοιραζόμαστε τα τρύπια χράμια και τα ψαθιά, στα χειρότερα κρύα κολλάμε τα λιπόσαρκα, τυραννισμένα κορμιά μας, θέρμη να παίρνουν το ένα απ’ το άλλο.
Πότε πότε έρχονται κάτω οι ζαπτιέδες και με παίρνουν για ανάκριση, γυρεύοντας κάτι να μάθουν, συχνότερα τον Μήλιο που είναι αγόρι, τις πιο πολλές φορές μάς γυρνούν δαρμένους πίσω, με τα χέρια και τα πρόσωπά μας πρησμένα, με τις πλάτες μας πληγιασμένες, με τις κοιλιές μας τουμπανιασμένες. Πέφτει τότε πάνω μας η Βάσιλκα, κι ας είναι Βουλγαράκι, κι ας την είχε μανιασμένα σφίξει απ’ τον λαιμό ο αδελφός μου κοντεύοντας να τη στραγγαλίσει για να εκδικηθεί όσα τραβήξαμε από τη ράτσα της. Τα λιανά της χεράκια ανασκουμπώνει μόλις βλέπει τις πληγές και τις μελανιές μας, όλο να καθαρίζει τα πρόσωπά μας, όλο να σταλάζει γουλιές γουλιές το νερό στα πρησμένα μας χείλια, να τρίβει ξεροκόμματα στο σκουριασμένο τάσι να μαλακώσουν για να μας ταΐσει, ξένοι είμαστε αλλά μας νοιάζεται, έτσι είναι ζυμωμένη η ψυχούλα ετούτης της μικρής απ’ τον Θεό, μέχρι και τις σαύρες, μέχρι και τα μυρμήγκια που πατούσε στο μαντρί του θείου της λυπόταν.