Ο Αρτέμης Φάουλ ο Πρεσβύτερος ήταν επικεφαλής μιας παράνομης αυτοκρατορίας, η οποία εκτεινόταν από τις αποβάθρες του Δουβλίνου έως τις κακόφημες συνοικίες του Τόκιο, αλλά φιλοδοξούσε να αναδειχτεί σε νομοταγή επιχειρηματία. Αγόρασε ένα φορτηγό πλοίο, φόρτωσε διακόσιες πενήντα χιλιάδες αεριούχα αναψυκτικά κι έβαλε πλώρη για το Μουρμάνσκ της Βόρειας Ρωσίας, όπου είχε κλείσει μια εμπορική συμφωνία που θα του απέφερε τεράστια κέρδη τις επόμενες δεκαετίες. Δυστυχώς γι’ αυτόν, η ρωσική μαφία δεν είχε καμία διάθεση να παραχωρήσει τμήμα της αγοράς της σε έναν Ιρλανδό μεγαλοεπιχειρηματία και βύθισε το Φάουλ Σταρ στον Κόλπο Κόλα. Ο Αρτέμης Α′ κηρύχτηκε αγνοούμενος κι όλοι τον θεωρούσαν νεκρό. Έτσι, ο Αρτέμης ο Νεότερος βρέθηκε επικεφαλής μιας αυτοκρατορίας με περιορισμένα κεφάλαια. Προκειμένου να αποκαταστήσει τον οικογενειακό πλούτο, επιδόθηκε σε παράνομες επιχειρήσεις που του απέφεραν, μέσα σε δύο μόλις χρόνια, πάνω από δεκαπέντε εκατομμύρια λίρες.
Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της τεράστιας περιουσίας το ξόδεψε για τη χρηματοδότηση σωστικών επιχειρήσεων στη Ρωσία. Ο Αρτέμης αρνούνταν να πιστέψει ότι ο πατέρας του ήταν νεκρός, μολονότι αυτό, κάθε μέρα που περνούσε, φάνταζε όλο και πιο πιθανό. Ο Αρτέμης απέφευγε τους συνομηλίκους του και απεχθανόταν το οικοτροφείο όπου φοιτούσε. Προτιμούσε να ασχολείται με τον σχεδιασμό των παράνομων επιχειρήσεών του. Έτσι, η ανταρσία των τελωνίων, παρόλο που η ανάμειξή του σ’ αυτήν υπήρξε μια τραυματική γι’ αυτόν εμπειρία, τρομακτική και επικίνδυνη, ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να του συμβεί. Αν μη τι άλλο, βγήκε λίγο στο ύπαιθρο και γνώρισε καινούργιους ανθρώπους. Το δυστύχημα ήταν ότι οι περισσότεροι απ’ αυτούς προσπαθούσαν να τον σκοτώσουν.