Μέσα στον ύπνο της η κυρία Μπάντρι συνοφρυώθηκε. Κάτι ενοχλητικό είχε αρχίσει να διεισδύει στην ονειρική κατάσταση, κάτι σε λάθος χρόνο. Βήματα στον διάδρομο, βήματα πολύ βιαστικά και πολύ νωρίς. Τα αυτιά της αφουγκράστηκαν ασυναίσθητα, περίμεναν το κουδούνισμα της πορσελάνης, μα δεν ήρθε κουδούνισμα πορσελάνης. Χτύπησαν την πόρτα. Αυτόματα, από τα βάθη των ονείρων της, η κυρία Μπάντρι είπε: «Περάστε». Η πόρτα άνοιξε· τώρα θα άνοιγαν τις κουρτίνες και θα κροτάλιζαν οι κρίκοι. Μα οι κρίκοι δεν κροτάλισαν. Μέσα από το αχνό πράσινο φως ακούστηκε η φωνή της Μαίρης – ξέπνοη, υστερική: «Αχ, κυρία, αχ, κυρία, υπάρχει ένα πτώμα στη βιβλιοθήκη!» Κι έπειτα, ξεσπώντας υστερικά σε λυγμούς, βγήκε ξανά τρέχοντας από το δωμάτιο.
Η κυρία Μπάντρι ανακάθισε στο κρεβάτι. Είτε το όνειρό της είχε πάρει πολύ αλλόκοτη τροπή, είτε... είτε η Μαίρη είχε όντως ορμήσει στο δωμάτιο και είχε πει (απίστευτο! αφάνταστο!) ότι υπήρχε ένα πτώμα στη βιβλιοθήκη. «Αδύνατον», είπε η κυρία Μπάντρι στον εαυτό της. «Μάλλον έβλεπα όνειρο». Ακόμα και όταν το έλεγε, όμως, ένιωθε όλο και πιο βέβαιη ότι δεν έβλεπε όνειρο και ότι η Μαίρη, με την ανώτερη αυτοκυριαρχία της, είχε πράγματι ξεστομίσει εκείνα τα απίστευτα λόγια.