Δυσκολεύομαι να αποφασίσω από πού ακριβώς πρέπει να ξεκινήσω αυτή την ιστορία, μα επέλεξα μια Τετάρτη, την ώρα του μεσημεριανού στο πρεσβυτέριο. Παρόλο που η συζήτηση ήταν ως επί το πλείστον άσχετη με το προκείμενο, περιείχε ένα δυο χαρακτηριστικά συμβάντα που επηρέασαν τις μετέπειτα εξελίξεις.
Μόλις είχα κόψει το βραστό βοδινό (ιδιαίτερα σκληρό, παρεμπιπτόντως) και όταν πήρα ξανά τη θέση μου παρατήρησα, με πνεύμα τελείως αταίριαστο με την περιβολή μου, πως όποιος δολοφονούσε τον συνταγματάρχη Πρόδερο θα έκανε μεγάλη χάρη στον κόσμο γενικότερα.
Ο νεαρός ανιψιός μου Ντένις είπε αμέσως: «Θα το χρησιμοποιήσουν εναντίον σου αυτό όταν βρουν τον παλιόφιλο μέσα στα αίματα. Η Μαίρη θα καταθέσει, έτσι δεν είναι, Μαίρη; Και θα περιγράψει πόσο εκδικητικά κράδαινες το κουζινομάχαιρο». Η Μαίρη, η οποία εργάζεται ως υπηρέτρια στο πρεσβυτέριο ως το πρώτο βήμα προς καλύτερα πράγματα και υψηλότερους μισθούς, είπε απλώς με δυνατή, επαγγελματική φωνή: «Τα λαχανικά σας», και του πέταξε εριστικά ένα ραγισμένο πιάτο.
Η σύζυγός μου είπε με συμπονετική φωνή: «Έχει γίνει πολύ κουραστικός;» Δεν απάντησα αμέσως, γιατί η Μαίρη, έχοντας αφήσει τα λαχανικά στο τραπέζι με έναν βρόντο, έχωνε κάτω από τη μύτη μου μια πιατέλα με ιδιαίτερα νωπά και δυσάρεστα κρεατοπιτάκια. Είπα «Όχι, ευχαριστώ», κι εκείνη άφησε την πιατέλα στο τραπέζι με μια κλαγγή και βγήκε από το δωμάτιο.