«Πραγματικά, έτσι ακριβώς είναι. Κάθε φορά λέω: Αυτό είναι το τέλος. Όμως, όχι, πάντοτε κάτι καινούργιο προκύπτει! Και θα ομολογήσω, φίλε μου, πως δε με συγκινεί διόλου η σύνταξη. Αν τα μικρά φαιά κύτταρα δεν ασκούνται, πιάνουν σκουριά».
«Μάλιστα», είπα. «Να υποθέσω πως τα ασκείς με μέτρο».
«Ακριβώς. Επιλέγω με προσοχή. Πλέον ο Ηρακλής Πουαρό ασχολείται μόνο με την αφρόκρεμα του εγκλήματος».
«Και υπάρχει αρκετή αφρόκρεμα;»
«Δεν έχω παράπονο. Πρόσφατα διέτρεξα μεγάλο κίνδυνο».
«Να αποτύχεις;»
«Όχι, όχι!» Ο Πουαρό έδειξε να σοκάρεται με την ερώτησή μου. «Όμως εγώ… εγώ, ο Ηρακλής Πουαρό, κινδύνευσα να σκοτωθώ». Έβγαλα μια σφυριχτή ανάσα έκπληξης. «Ένας τολμηρός δολοφόνος!»
«Δε θα έλεγα τολμηρός, μάλλον απρόσεκτος», είπε ο Πουαρό. «Ακριβώς αυτό… απρόσεκτος. Όμως, ας μη μιλήσουμε άλλο γι’ αυτό. Ξέρεις, Χέιστινγκς, εν πολλοίς σε θεωρώ μασκότ μου».
«Αλήθεια;» είπα. «Δηλαδή;»
Ο Πουαρό δεν απάντησε στην ερώτησή μου ευθέως. «Αμέσως μόλις πληροφορήθηκα ότι ερχόσουν, σκέφτηκα: Κάτι θα προκύψει. Όπως τον παλιό καιρό, θα κυνηγήσουμε μαζί, οι δυο μας. Όμως, αν είναι να το κάνουμε, δεν πρέπει να ασχοληθούμε με κάποια κοινότοπη υπόθεση. Πρέπει να είναι κάτι…» χειρονόμησε με ενθουσιασμό, «…κάτι recherché… κάτι εκλεκτό… φίνο…» Άρθρωσε εκείνη την τελευταία, ελαφρώς απροσδιόριστη λέξη με ιδιαίτερο στόμφο.