Όσο μεγάλωνε, συνέχιζε τις επιστημονικές του έρευνες όχι μόνο ως μέσο για να βελτιώσει την τέχνη του, αλλά και ωθούμενος από ένα ζωηρό ένστικτο να κατανοήσει τη βαθύτερη ομορφιά της φύσης. Όταν πάσχιζε να βρει μια θεωρία που να εξηγεί γιατί ο ουρανός φαίνεται γαλανός, δεν το έκανε απλώς για να μπορεί να ζωγραφίσει καλύτερους πίνακες. Η περιέργειά του ήταν γνήσια, ανεξάρτητη και άγγιζε τα όρια μιας ευχάριστης εμμονής. Αλλά ακόμα και όταν επιδιδόταν σε ευφάνταστες διανοητικές αναζητήσεις, η επιστήμη του ήταν αδιαχώριστη από την τέχνη του. Μαζί υπηρετούσαν το κινητήριο πάθος του, που δεν ήταν άλλο από το να μάθει τα πάντα για τον κόσμο, όπως, μεταξύ άλλων, ποια είναι η θέση μας σε αυτόν. Σεβόταν την ολότητα της φύσης και διέθετε το χάρισμα να εντοπίζει τα αρμονικά της μοτίβα, τα οποία έβλεπε να αναπαράγονται σε φαινόμενα μικρά και μεγάλα. Στα σημειωματάριά του απεικόνιζε βοστρύχους, δίνες νερού και ανεμοστρόβιλους και προσπαθούσε να διατυπώσει τις μαθηματικές σχέσεις που βρίσκονται στη βάση τέτοιων ελικοειδών σχημάτων.
Ενώ βρισκόμουν στο Κάστρο του Ουίνδσορ και θαύμαζα την καταιγιστική δύναμη μιας σειράς σχεδίων που απεικονίζουν κατακλυσμούς και πλημμύρες, τα οποία δημιούργησε προς το τέλος της ζωής του, ρώτησα τον Martin Clayton, έφορο της συλλογής, αν πίστευε πως ο Λεονάρντο τα είχε δημιουργήσει ως καλλιτεχνικά ή επιστημονικά έργα. Με το που έκανα την ερώτηση, συνειδητοποίησα πως ήταν ανόητη. «Δε νομίζω πως ο Λεονάρντο θα έκανε αυτή τη διάκριση», μου απάντησε. Ξεκίνησα να γράφω αυτό το βιβλίο επειδή ο Λεονάρντο ντα Βίντσι συνιστά το απόλυτο πρότυπο της ικανότητας να συνδυάζει κανείς διαφορετικούς γνωσιακούς τομείς –τέχνες και επιστήμες, ανθρωπιστικές επιστήμες και τεχνολογία– ικανότητα που αποτελεί το κλειδί της καινοτομίας, της φαντασίας και της μεγαλοφυΐας και αποτελεί βασικό μοτίβο όλων των βιογραφιών που έχω γράψει.