Τα συναισθήματα της Σκάρλετ ήρθαν με χρώματα πιο έντονα από ό,τι συνήθως. Το επιτακτικό κόκκινο των αναμμένων κάρβουνων. Το ανυπόμονο πράσινο του φρέσκου χορταριού. Το ξέφρενο κίτρινο των φτερούγων ενός πουλιού.
Της είχε επιτέλους απαντήσει. Διάβασε ξανά το γράμμα. Μετά ξανά. Και ξανά. Τα μάτια της ρούφηξαν κάθε γραμμή της πένας, κάθε κέρινη καμπύλη του ασημένιου εμβλήματος του άρχοντα του Κάραβαλ – ένας ήλιος με ένα αστέρι μέσα του και ένα δάκρυ μέσα στο αστέρι. Η ίδια σφραγίδα υπήρχε σε υδατόσημο στα φύλλα που εσωκλείονταν στον φάκελο. Δεν ήταν φάρσα.
«Ντονατέλα!» Η Σκάρλετ κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά ως το δωμάτιο των βαρελιών, ψάχνοντας τη μικρή αδελφή της. Οι οικείες μυρωδιές της μελάσας και της βελανιδιάς τρύπωσαν στη μύτη της, αλλά η παμπόνηρη αδελφή της ήταν άφαντη. «Τέλα, πού είσαι;» Λάμπες λαδιού έριχναν μια πορτοκαλιά λάμψη πάνω σε μπουκάλια με ρούμι και αρκετά φρεσκογεμισμένα ξύλινα βαρέλια. Η Σκάρλετ άκουσε ένα βογκητό ενώ περνούσε, καθώς και βαριές ανάσες.
Μετά την τελευταία της μάχη με τον πατέρα τους, το πιθανότερο ήταν ότι η Τέλα θα είχε πιει πολύ, και τώρα θα είχε αποκοιμηθεί κάπου στο πάτωμα. «Ντονα–»
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!