Δυτική Μακεδονία, Αύγουστος 1903
Χαμένη. Μια ανεμοδούρα που τη γυρνάνε κατά τα κέφια τους οι άνεμοι, έτσι νιώθω. Της ζωής και του θανάτου αέρηδες που λυσσομανάνε γύρω μας κι ορίζουν τις ζωές μας εδώ, ψηλά, σε τούτη τη μικρή πατρίδα. Αυτό συλλογιέμαι μόλις συνέρχομαι απ’ τον βαρύ, της εξάντλησης, τον ύπνο. Καταλαβαίνω πως έφεξε ο Θεός τον κόσμο, νιώθω ζεστές τις αχτίδες του ήλιου να ζωντανεύουν το μαγκωμένο κορμί, το σφιγμένο πρόσωπό μου. Η νύχτα διάβηκε, άλλη μια μέρα ανοίγεται μπροστά μας. Λίγο δεν είναι αυτό, όχι τώρα, όχι εδώ, με το ερειπωμένο σχολειό μου και το πυρπολημένο Ράκοβο πίσω μας, με το πυκνό δάσος ολόγυρά μας, με το άγριο βουνό μπροστά μας. Τα χέρια μου κουβάρι, τα πόδια μου το ίδιο, μέγγενες θαρρώ πως τα βαστάνε αγκυλωμένα, αδύνατο ν’ ανοίξω τα βλέφαρά μου, τα νιώθω φορτωμένα βάρος ασήκωτο.
Δόξα στον Ύψιστο, ξημερωθήκαμε. Πόσες βεβαιότητες, πόσες σιγουράδες έχασα από τη μέρα που πάτησα το πόδι μου στην άγια τούτη γη της Μακεδονίας. Να μην ξέρεις αν οι εικόνες που αντικρίζεις σήμερα θα σε περιμένουν κι αύριο, να μην ξέρεις αν τα μενεξελιά που χαζεύεις στο βασίλεμα του ήλιου θα τα δεις ξανά, να μην ξέρεις αν αυτός ο ήλιος που έδυσε θ’ ανατείλει και για σένα την επόμενη αυγή.
Ξημερωθήκαμε. Με κλειστά ακόμη τα μάτια δοξάζω τον Θεό για τη μεγαλοσύνη Του, υπό τη σκέπη Του μας φύλαξε και μας έσωσε. Τα αγκυλωμένα χέρια μου σωσμένα, κάποτε σκάλιζαν λέξεις σε χαρτιά, τώρα σκαλίζουν βουνά ολάκερα σέρνοντας ένα μικρό κορίτσι προς τον λυτρωμό. Τα πόδια μου πρησμένα μα γερά, κάποτε αλαφροπατούσαν στις αλέες του Ζαππείου ονειροβατώντας, τώρα βαριοπατούν στα καταράχια της Γκιούβιστας, πασχίζοντας να ξεφύγουν από την κόλαση.