Το σπίτι μας λαμπύριζε στο αττικό φως. Είχε μνημειακή αρχιτεκτονική, δική του ατμόσφαιρα και αύρα μεγαλείου. Αυτή η αύρα πήγαζε από το ένδοξο παρελθόν των προγόνων μας. Ξεχώριζε στην περιοχή λόγω εντυπωσιακής καλαισθησίας, θέσης και όγκου. Είχε υπέροχη θέα στην Ακρόπολη, στον Λόφο των Νυμφών, στον Υμηττό, στον ποταμό Ιλισσό και στον Ελαιώνα, μέχρι κάτω στα Φάληρα. Από πίσω είχε λόφους, περιβόλια, αμπέλια, ρεματιές και τον ανήφορο του Κολωνακίου, περιοχής εξοχικής, γεμάτης μονοπάτια, βράχια, αγριόχορτα, βούρλα, λυγαριές, αγριοκάρδαμο και πεύκα. Ήταν μόνιμα ποτισμένη από δυσοσμία ξινισμένου γάλατος, τυριού και κάτουρου, γιατί εκεί είχε τα μαντριά του ο Προκόπης Τζέκος ο γιδοβοσκός, ο επονομαζόμενος Μπες, ο οποίος μάς έφερνε το γάλα κάθε πρωί, παχύ και αφρώδες, με κρέμα υποκίτρινη που άφηνε στον ουρανίσκο μια στρώση λίπους και στο στόμα μια μυστήρια επίγευση σαν όρεξη για ζωή.
Εκείνο το σπίτι έτσι το είχε θελήσει η μητέρα μου, η οποία ήταν γυναίκα κοσμογυρισμένη και είχε άποψη επί παντός επιστητού: μεγαλοπρεπές και γερό για να στεγάσει με ασφάλεια τις επόμενες γενιές. Έτσι το είχε ονειρευτεί, ερχόμενη το 1836 από την Κωνσταντινούπολη στην Αθήνα. Εκείνο το όνειρο ανέγερσης μνημειώδους μεγάρου, το πραγματοποίησε τέσσερα χρόνια αργότερα, δηλαδή το 1840, αφού πρώτα ο Γερμανός αρχιτέκτονας Φρειδερίκος Γκέρτνερ σχεδίασε την πλατεία Ανακτόρων και χάραξε τις λεωφόρους Αμαλίας και Αθηνών-Κηφισιάς.