Υπήρχε μια εποχή, όχι πολλά χρόνια πριν, που το όνομα Χαρίκλεια παρέπεμπε συνειρμικά σε κυριακάτικα ταψιά με ιμάμ μπαϊλντί, σε ρόμπες κλαρωτές και φακιόλια για φασίνα. Ήταν ένα όνομα που μύριζε πάστρα με πράσινο σαπούνι, που αναποδογύριζε τα απογεύματα τα φλιτζανάκια του τούρκικου καφέ, που ακούμπαγε μια χούφτα παράδες στην ποδιά της χαρτορίχτρας και μούλιαζε κιτρινισμένα νυφικά στο λουλάκι. Ήταν ένα όνομα που, όταν το άκουγες, με την ενστικτώδη παρόρμηση του υπνοβάτη έβγαζες τα βρόμικα εσώρουχα για πλύσιμο.
Πάντως, όταν το άκουγε, η Χαρά έβγαζε σπυράκια. Όχι ότι δε διέθετε, έτσι κι αλλιώς, μερικά από δαύτα στο χαριτωμένο μουτράκι της, παρόλο που η θεια της η Σουλτάνα το μπλάστρωνε τακτικότατα μ' ένα μείγμα από μαγιάτικο ροδόνερο με δυο σταγόνες δαφνόλαδο και λεβάντα και παρότι η ίδια είχε πατήσει ήδη τα δεκαεννέα. Η εφηβεία είχε κάνει μια περιποιημένη αρμένικη βίζιτα εδώ και μερικά χρόνια και δεν έλεγε να ξεκουμπιστεί...
Η Χαρίκλεια Σεκέρογλου εκ Τζιμπαλίου Κωνσταντινουπόλεως και εν έτει 1918, διανύουσα ήδη επιτυχώς το δέκατο ένατο έτος της στον μάταιο τούτο κόσμο, αναλύοντας επισταμένως τον ταραχώδη μαθητικό και νεανικό της βίο, είχε καταλήξει σε κάποιο θεμελιώδες συμπέρασμα. Το ανακοίνωσε εν χορδαίς και οργάνοις και στις υπόλοιπες γυναίκες της οικογένειας Σεκέρογλου, ένα απόγευμα που τις βρήκε γλυκαμένες να απολαμβάνουν το χαλβά τους στο ονταδάκι της κουζίνας, που για τους Κωνσταντινουπολίτες αποτελούσε τον ομφαλό του σπιτιού και το κέντρο του μικρού τους κόσμου.