«Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν!» Στην αρχή ακούνε σαστισμένοι και με κοιτάνε με μάτια σαν χαμένα, σαν να μην πιστεύουν ό,τι άκουσαν. Ύστερα, στρέφουν λίγο κεφαλή και βλέμμα, αμίλητοι: Κάποιοι διακόπτες μέσα στο μυαλό τους αλλάζουν θέση. Κάτι άκουσαν, είναι φανερό. Μετά, με κοιτάνε ξανά στα μάτια για λίγο. Και έπειτα, μ’ ένα χαμόγελο ολοκληρωτικό, μου λένε κάτι σαν «ευχαριστώ» και ανασηκώνουν τον κορμό ή πισωπατάνε λιγάκι, με το βλέμμα τους πάντα καρφωμένο στο πρόσωπό μου. Αναγνωρίζουν κάτι κρίσιμα δικό τους που τους διέφευγε –τους αποκαλύπτεται μια πτυχή του κόσμου που φαινόταν χαμένη στην ομίχλη. Είναι σε θέση και να δουν, και να αισθανθούν, και ν’ αναλάβουν τη λυτρωτική ευθύνη που τους αναλογεί, με σεβασμό και με αγαλλίαση. Τη σκηνή αυτή την έχω ζήσει δεκάδες πια φορές τα τελευταία χρόνια. Κάποιες απ’ αυτές στο ιατρείο μου, όπου τόσοι άνθρωποι έρχονται να καταθέσουν τον πόνο τους και την απορία τους. Τις περισσότερες φορές, ωστόσο, σε σεμινάρια ή διαλέξεις με θέμα είτε την εφηβεία ή γενικότερα το παιδί, είτε ακόμη και κάτι από πρώτη ματιά άσχετο μ’ αυτά, όπως η τέχνη του ζην, η κατάθλιψη, το άγχος… Πρόκειται και πάλι για ανθρώπους οι οποίοι, μέσα από τα όσα άκουσαν για το θέμα, αισθάνονται ότι υπάρχει απάντηση στο ερώτημά τους. Ότι κάποιος ξέρει την απάντηση στο ερώτημα που τους παιδεύει. Και ζητούν να τη μάθουν κι εκείνοι.
Έρχονται λοιπόν και με ρωτάνε, με λόγια και τρόπο σχεδόν στερεότυπο, το ίδιο: «Να σας φέρω το παιδί μου να το δείτε; Έχουμε προβλήματα…». Τους ακούω πάντα προσεκτικά, με υπομονή και σεβασμό, καθώς μου λένε, με τον τρόπο του καθένας, ποια είναι τα προβλήματα, την αμηχανία τους, το ότι έχουν δοκιμάσει αυτό ή εκείνο. Τους απαντώ λέγοντας λίγα πράγματα σχετικά με τα όσα μου εξέθεσαν. Και ύστερα, εννιά φορές στις δέκα, αυτή την κουβέντα: Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν!