Φτάσαμε στην Κάλυμνο πάνω στο μικρό γκρίζο καΐκι Αγγελικώ, καβατζάροντας το ακρωτήρι της Χαλής με έναν δυνατό πουνέντη να φυσάει μανιασμένος από τα δυτικά, ένα μαύρο μπαλωμένο τριγωνικό πανί να χτυπάει πάνω από τα κεφάλια μας και το σκαρί γεμάτο γαλοπούλες και μανταρίνια, στάμνες και κοφίνια και τις αναπόφευκτες μαυροφορεμένες γριές που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του σκηνικού πάνω σε κάθε αιγαιοπελαγίτικο καΐκι. Ήταν μια καθ’ όλα θαρραλέα και θεαματική είσοδος. «Παναγία μου!» είπε πνιχτά μια γριά ανάμεσα στους εμετούς της. «Δες τα μικρά! Κοίτα τα! Δεν καταλαβαίνουν τίποτα!» «Μπα, γιαγιά». Ο σγουρομάλλης μούτσος εκτόξευσε το περιεχόμενο ενός κουβά σε έναν θεόρατο πράσινο υδάτινο τοίχο που υψωνόταν απειλητικά πάνω από το σκάφος. «Είναι γεννημένοι ναυτικοί τα παιδιά. Ναυτικοί! Φως φανάρι!» Το κύμα χτύπησε δυνατά το πλεούμενο. Οι πάγκοι στο κατάστρωμα τσακίστηκαν με κρότο από το ένα παραπέτο στο άλλο.
«Γκρρρπ!» έκανε η γριά σαν να τη στραγγάλιζαν και γράπωσε με τις χούφτες της τον αέρα. Το σγουρομάλλικο αγόρι ακούμπησε χαλαρά στη φθαρμένη κάσα της πόρτας για να ισορροπήσει και τράβηξε επιμελώς επάνω τον κουβά μαζεύοντας το σκοινί όπου ήταν δεμένος. Τα «μικρά» –δηλαδή τα παιδιά μου– αναδύθηκαν μουσκεμένα μέσα από μια ανάστατη στοίβα από γαλοπούλες, πάγκους, χαρτονένιες βαλίτσες, σπασμένες στάμνες, κοφίνια και γριές πεσμένες στο κατάστρωμα, με τις χουφτίτσες τους γεμάτες μανταρίνια και τα προσωπάκια τους εκστατικά αναψοκοκκινισμένα. Προφανώς, όλο αυτό ήταν πολύ πιο διασκεδαστικό από το λούνα παρκ στο πάρκο Μπάτερσι του Λονδίνου.