Η Τζορτζίνα γεννήθηκε στη Βιέννη στα τέλη του 1927, σε μία εποχή που η πόλη είχε χάσει τη θέση της ως κέντρου μιας αυτοκρατορίας και πάλευε να βρει μια καινούργια ταυτότητα. Όταν οι ναζί μπήκαν στη Βιέννη το 1938, ο λαός ζητωκραύγαζε, φανταζόμενος την επιστροφή του μεγαλείου που ένιωθε ότι του άξιζε. Ως εβραία όμως που ήταν, η Τζορτζίνα δεν είχε κανένα λόγο να πανηγυρίζει. Μέσα σε λίγες μέρες τής είπαν να καθίσει στο πίσω μέρος της τάξης της στο σχολείο, ενώ αρκετές από τις φίλες της της είπαν πως οι γονείς τους τους είχαν απαγορεύσει να της μιλάνε. Είδε με τα μάτια της να γράφονται αντισημιτικά συνθήματα στις βιτρίνες των εβραϊκών καταστημάτων, καθώς και τις παρενοχλήσεις ορθόδοξων εβραίων στους δρόμους. Σε μία περίπτωση είδε ένα πλήθος να έχει μαζευτεί γύρω από μερικούς εβραίους, οι οποίοι υποχρεώνονταν να γλείφουν φτύματα από το οδόστρωμα. «Ο κόσμος τριγύρω γελούσε και τους παρακινούσε. Ήταν τρομερό».
Η οικογένεια της Τζορτζίνα είχε κι άλλους λόγους να νιώθει αγχωμένη με την έλευση των ναζί: ο πατέρας της ήταν στρατευμένος κομμουνιστής και βρισκόταν ήδη υπό παρακολούθηση από την κυβέρνηση. Κρίνοντας ότι το νέο περιβάλλον ήταν υπερβολικά επικίνδυνο, εξαφανίστηκε, πηγαίνοντας στην Πράγα. Δύο μήνες αργότερα η Τζορτζίνα και η μητέρα της τον ακολούθησαν. Με το πρόσχημα ότι πήγαιναν για πικνίκ στην εξοχή, μάζεψαν τα λίγα υπάρχοντά τους και πήραν ένα τρένο για τα σύνορα, όπου ένας άνδρας με «παράξενη εμφάνιση» τις πέρασε κρυφά στην Τσεχοσλοβακία.