«Μάνα είσαι συ… ή λώβα!» ξεστόμισε ο Ζώτος. Κόμπιασε στα μισά της βλαστήμιας. Μάγκωσε η γλώσσα του όπως μουδιάζει κανείς εμπρός στο δέος που προκαλούν τα θεία και τα ιερά, όμως στο τέλος το ’ριξε το φαρμάκι του. Βαριά κουβέντα, δηλητήριο, στεγνό ξυράφι στον λαιμό. Να λες τη μάνα σου «λώβα»! Όχι λεπρή, καταπώς θα εξηγούσαν τη λέξη οι γραμματιζούμενοι. Σ’ εκείνα τα χωριά λώβα σήμαινε βρόμα, μαγαρισμένη, άτιμη. Ήταν λίγες μέρες αφότου γίνηκε το μεγάλο κακό κι ακόμη τον έζωναν όλων των δαιμόνων τα ισκιώματα. Πλέον τον άφηνε κι η βρισιά του ωσάν γυμνό και ξέσκεπο στα χιόνια· έκθετο μπροστά σε όσα επιτάσσει από αιώνες το σέβας προς τους γεννήτορες. Κακοφάνηκε ως και στον πάππο του, τον σκληρό της φαμίλιας, κι ας μη στήριξε τη νύφη του. «Έχει κριτή στον ουρανό γι’ αυτά…» είπε μονάχα, κι ύστερα πρόσθεσε: «Κοίτα, κει που θα πας να μη λερώσεις το δικό σου κούτελο. Ό,τι θα κάνεις θα πάθεις, καρδιά μη σε πονέσει». Η Κήκω, η μάνα, με το βαφτιστικό όνομα Αγγελική το οποίο κανένας δε θυμόταν πια, μαζεύτηκε κουβάρι καταγής στα στρωσίδια κι έκλαιγε βουβά. Μέχρι και το κλάμα των γυναικών σε τούτα τα μέρη το όριζαν οι αρσενικοί· άντρας, πεθερός, αδελφός, πάππος, πατέρας. Βούλιαξε το κεφάλι ανάμεσα στη μαύρη ποδιά, θαρρείς και θα την έσωζε απ’ τα σκιάσματα της ζήσης της, και φάνταζε με καρβουνιασμένο κούτσουρο.
Ο Ζώτος απέστρεψε το βλέμμα. Τον βάραινε, τον μακέλευε η βλαστήμια του κι ας μη ζύγιαζε στον νου να ζητήσει συγχώρεση. Τον κρατούσε το γινάτι, σε σχέση με τα συμπεράσματά του, μια και λογάριαζε φταίχτρα τη μάνα του για τα πρόσφατα γεγονότα, να ’ναι το φιτίλι του κακού. Στάθηκε στο παραθύρι και θωρούσε έξω. Τίποτα δεν έβλεπε. Το σκοτάδι αφάνιζε όσα φανερώνει το φως στα μάτια των ανθρώπων. Μόνο ο βοριάς, δυνατός και παγωμένος, μαρτυρούσε πως δεν έπαψε να κυλά η ρόδα της ζωής. Λύγιζε τα γυμνά κλαδιά, σφύριζε, λες και θύμωνε με ό,τι εμπόδιζε το διάβα του, κόπαζε, έπαιρνε βαθιές ανάσες και πάλι έκαμνε γιουρούσι στα ισιώματα, στις ράχες, στα καλυβόσπιτα, στις πέτρινες κατοικίες και στις λαγκαδιές.