Ο βραστήρας σφύριζε για να ειδοποιήσει κάθε ενδιαφερόμενο πως είχε εκτελέσει την αποστολή του. Το νερό είχε βράσει. «Μαμά! Το νερό βράζει! Τι να το κάνω;» Το οχτάχρονο πιτσιρίκι ξεφώνιζε από την κουζίνα την ώρα που εκείνη έβαφε τα χείλη της. Η κραυγή την άφησε αδιάφορη. Άλλωστε αυτό γινόταν κάθε μέρα και, σύμφωνα με το ρολόι της, περίπου την ίδια ώρα. Ο άντρας της έσφιγγε τη γραβάτα του. Το δωμάτιο ήταν φορτωμένο με την κολόνια του. «Αργήσαμε πάλι!» της είπε χτενίζοντας τα μαλλιά του, τα οποία, παρά τα σαράντα του χρόνια, ήταν κατάμαυρα. Τα δικά της πάντως δεν είχαν την ίδια τύχη. Το κομμωτήριο σε τακτά διαστήματα διόρθωνε τη βιασύνη της φύσης. Οι προδοτικές άσπρες τρίχες των τριάντα πέντε χρόνων της εξαφανίζονταν στο ευχάριστο περιβάλλον του. Στην κουζίνα έφτιαξε το γάλα της μικρής, που το ήπιε όπως κάθε πρωί με μια ανάσα. Το σάντουιτς ήταν στη θέση του. Το σχολικό κόρναρε. Άλλη μια πανομοιότυπη μέρα άρχιζε. Φορώντας το καθιερωμένο χαμόγελο στο πρόσωπό της, κούνησε το χέρι στο σχολικό που απομακρυνόταν.
Στο σπίτι ένα φλιτζάνι καφές άχνιζε στην ίδια θέση όπως πάντα. Κοίταξε συνοφρυωμένη τον γρανίτη. Κανονικά, αν είχε φιλότιμο, θα έπρεπε να είχε κάνει λακκούβα, αφού κάθε πρωί στην ίδια θέση πάνω του αναπαυόταν ένα φλιτζάνι. Άναψε τσιγάρο και ρούφηξε ηδονικά τον καπνό. Τίποτα δεν μπορούσε να συγκριθεί με αυτό, το πρώτο τσιγάρο της μέρας. Ήπιε μια γουλιά καφέ και ο ουρανίσκος της αναγνώρισε με ευχαρίστηση τη γεύση του… Να που κάποιες στιγμές η συνήθεια δεν είναι κακή… «Τι έχεις;» Η απλή ερώτηση βρόντησε στον εγκέφαλό της. Είχε ξεχάσει ότι δεν ήταν μόνη. «Τι είπες;» «Σε ρώτησα τι έχεις!» «Πονοκέφαλο… Γιατί ρωτάς;» «Φαίνεσαι αφηρημένη σήμερα». «Δεν κοιμήθηκα καλά χθες το βράδυ». «Γιατί;» «Τι θα πει “γιατί”; Γιατί δεν κοιμούνται καλά οι άνθρωποι;» «Γιατί… έφαγαν βαριά το βράδυ!» Το χαμόγελό της ήταν ειρωνικό, εκείνος όμως δεν το κατάλαβε. Δεν ήταν και η πρώτη φορά…
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!