Η Ηρώ γεννήθηκε στη μέση του πουθενά το θερμό καλοκαίρι του 1930. Όλη η φύση υπέφερε από τη ζέστη, όταν διάλεξε να έρθει η μικρή, και το πρώτο της νανούρισμα ήταν από τα τζιτζίκια που έσκαγαν έξω από το παράθυρό της. Το σπίτι της ένα μικρό πετρόχτιστο αχούρι ήταν, που ο πατέρας της είχε προσπαθήσει σκληρά να το κάνει κατοικήσιμο για χάρη της όμορφης γυναίκας του, της Κατερίνας. Η Κατερίνα, όμως, πέθανε πάνω στη γέννα του πρώτου τους παιδιού, μαζί με το νεογέννητο, αφήνοντάς τον απαρηγόρητο, σε τέτοιο βαθμό που οι γονείς του φοβήθηκαν μη χάσουν το γιο τους από τον καημό του, γι’ αυτό και προσπάθησαν σκληρά να τον ξαναπαντρέψουν…
Δυο χρόνια μετά, η Φιλιώ έμπαινε νύφη στο σπιτικό που φτιάχτηκε με τόση λαχτάρα για μια μεγάλη αγάπη και ο Δημήτρης κατάλαβε από τον πρώτο μήνα το λάθος του. Η Φιλιώ δεν ήταν αυτό που έδειχνε. Σκληρή, απαιτητική και, το κυριότερο, χωρίς ηθική. Στην αρχή, βέβαια, τον ξάφνιασε ευχάριστα που η όμορφη γυναίκα του ούτε ντρεπόταν, ούτε απέφευγε την αγκαλιά του. Το ότι ήταν αχόρταγη στον έρωτα δεν τον πείραξε καθόλου, αν και δεν το περίμενε, ίσως γιατί δεν είχε συναντήσει καμιά σαν τη Φιλιώ…
Μόλις έμπαινε στο σπίτι, εκείνη τον περίμενε ολόγυμνη και τον παράσερνε σε ουρανούς όπου ποτέ του δεν είχε πετάξει. Μετά βέβαια ντρεπόταν λίγο για όσα είχε κάνει, αλλά η Φιλιώ ήταν δίπλα του και διεκδικούσε από την αρχή όλο και περισσότερα… Μακάριζε την τύχη του που το σπίτι τους ήταν μακριά από το χωριό, γιατί έτσι όπως ξεφώνιζε η γυναίκα του εκείνες τις ώρες, θα τους άκουγε όλος ο τόπος και δε θα μπορούσε να κοιτάξει άνθρωπο στα μάτια.