Η Εύα αισθάνθηκε το αίμα ν’ ανεβαίνει στο πρόσωπό της και να την καίει από ντροπή. Σίγουρα, αν η νονά της δεν είχε εκείνο το ατύχημα πριν από τρία χρόνια, ήταν πρόθυμη να σκηνοθετήσει η ίδια ένα, αυτή τη στιγμή, με τα ίδια τραγικά αποτελέσματα. Ποτέ κανένας δεν είχε ακούσει το βαφτιστικό της μέχρι τη μέρα του γάμου της, που η εκκλησία ήταν γεμάτη από φίλους και φίλες της. Σχεδόν μπορούσε να δει τα ειρωνικά χαμόγελα κάποιων.
Δίπλα στην Εύα ο Μιχάλης. Σε κάθε γάμο, συνήθως η νύφη κλέβει την παράσταση, αλλά αυτός ο γαμπρός κατάφερε ν’ αποσπάσει την προσοχή με το λαμπερό βλέμμα του, έτσι όπως ξεχείλιζε από έρωτα για την κοπέλα που γινόταν γυναίκα του εκείνη τη στιγμή. Γύρισε, την κοίταξε και της χαμογέλασε. Του φάνηκε η ωραιότερη γυναίκα στον κόσμο. Είχε ξεχάσει πια τον εκνευρισμό που του προκάλεσε η πέραν του αποδεκτού καθυστέρησή της. Την περίμενε πάνω από τρία τέταρτα στα σκαλιά της εκκλησίας και όταν, τη στιγμή που τη φιλούσε, τη ρώτησε γιατί είχε αργήσει τόσο πολύ, εκείνη είχε απαντήσει εκνευρισμένη: «Μα δε βλέπεις; Παραλίγο να μην έρθω! Η ανόητη η κομμώτρια έκανε του κεφαλιού της!»