Η Κλαίλια έσβησε τη μηχανή της βάρκας της και σήκωσε ψηλά το βλέμμα. Τα μάτια της συνάντησαν τα μάτια του λιονταριού. Από μια ιδιοτροπία της φύσης, εκείνος ο βράχος είχε την όψη του άρχοντα του ζωικού βασιλείου, που αγέρωχος αγναντεύει τη θάλασσα, σαν κάτι να περιμένει, σαν να ’ναι ζήτημα ζωής και θανάτου να το αντικρίσει πρώτος. Η μορφή κάτω από τα μάτια ξεθώριαζε λίγο, αλλά η Κλαίλια μπορούσε να διακρίνει το στόμα με τα αιχμηρά δόντια γυμνωμένα, έτοιμα να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο που θα ερχόταν από το πέλαγος. Η φύση είχε φροντίσει και για την πλούσια χαίτη του, προσφέροντας άγριους θάμνους που αγκάλιαζαν το πέτρινο κεφάλι. Γύρισε κι εκείνη το βλέμμα στο γαλάζιο ολόγυρά της. Η θάλασσα έσμιγε με τον ουρανό, ο ήλιος ήταν θαμπός, γεννούσε περίεργες σκιές^ μία από αυτές έμοιαζε με γοργόνα που κολυμπούσε κάτω από την επιφάνεια. Ευχήθηκε τα παραμύθια της Ευγενίας να ήταν αληθινά. Να υπήρχαν γοργόνες στα βάθη της αγαπημένης της. Βελούδινα πλάσματα που κουβαλούσαν τη σοφία αιώνων, που γνώριζαν τα πάντα για τους ανθρώπους και ας μην είχαν ζήσει ποτέ ανάμεσά τους. Τι θα της έλεγαν, άραγε, αυτή τη στιγμή; Θα την κατηγορούσαν για τα τόσα λάθη της; Ή θα την παρηγορούσαν που η αγάπη δεν της δόθηκε σαν δώρο αλλά σαν κατάρα;
Ίσως και να μπορούσαν να της πουν πότε η ζωή της πήρε λάθος δρόμο, πού έφταιξε και γιατί ποτέ δεν υπήρξε ίδια με τις άλλες κοπέλες της ηλικίας της. Τώρα, στα σαράντα έξι της χρόνια, θα ήθελε να ξέρει… Ίσως ήταν πια καιρός να μάθει πώς κατάφερε να σκορπίσει στα βάθη της θάλασσας τόση αγάπη, τόσο πόνο, τόση θυσία… Ίσως κάποια γοργόνα να είχε συναντηθεί με όλα αυτά που πέταξε στο πέλαγος και να μπορούσε να της δώσει τις απαντήσεις που έψαχνε τόσα χρόνια. Μήπως γι’ αυτό δεν είχε απομονωθεί σε αυτή τη γωνιά της Κέρκυρας;